Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 4 εγγραφές  [0-4]


  • μάντρα<sup>1</sup> μά-ντρα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) μάνδρα 1. περίκλειστος υπαίθριος χώρος για αποθήκευση ή/και έκθεση συνήθ. οικοδομικών υλικών ή μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. 2. μαντρότοιχος: πέτρινη/ψηλή ~. ~ες και φράχτες. Πήδηξε τη ~ του σπιτιού. Πβ. αυλόγυρος. 3. (λαϊκό) μαντρί, στάνη. ΣΥΝ. ποιμνιοστάσιο [< μεσν. μάντρα]
  • μάντρα<sup>2</sup> μά-ντρα ουσ. (ουδ. + θηλ.): ΘΡΗΣΚ. μία ή περισσότερες συλλαβές ή στίχος που επαναλαμβάνεται κατά τη διάρκεια τελετών μύησης σε ινδουιστικές θρησκείες ή γενικότ. σε ασκήσεις διαλογισμού, δημιουργώντας ψυχική κατάσταση που θεωρείται ευεργητική για το πνεύμα. [< γαλλ.-αγγλ. mantra]
  • μαντρακάς βλ. ματρακάς
  • μαντράχαλος μα-ντρά-χα-λος ουσ. (αρσ.) & μαντραχαλάς (μειωτ.): για μεγαλόσωμο, κυρ. νέο άνδρα, που συμπεριφέρεται συνήθ. ανώριμα και ανάρμοστα για την ηλικία του: Δεν ντρέπεσαι, κοτζάμ ~! ΣΥΝ. κρεμανταλάς, μαγκλαράς, νταγλαράς

ματρακάς

ματρακάςμα-τρα-κάς ουσ. (αρσ.) & (προφ.) μαντρακάς: βαρύ σφυρί, μικρότερο από τη βαριά. Βλ. βαριοπούλα. [< τουρκ. matraka]