Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πανάρχαιος , η, ο μά-ται-ος επίθ. {(λόγ.) θηλ. ματαία} 1. που δεν έχει αποτέλεσμα, ανώφελος: ~ος: αγώνας. ~η: αναζήτηση/αντίσταση/θυσία/προσπάθεια. ~ο: ταξίδι. Τίποτα δεν είναι ~ο. Πβ. άσκοπος, ατελέσφορος, χαμένος. ΣΥΝ. άδικος (2), φρούδος 2. που δεν έχει αξία, σημασία, ουσία: ~α: λόγια. Πβ. κενός.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο (= ματαιότητα) του πράγματος/της υπόθεσης. Πβ. εφήμερος, πρόσκαιρος, προσωρινός. ● επίρρ.: μάταια & (λόγ.) ματαίως: Προσπάθησε να την μεταπείσει, αλλά ~ όμως, δεν άκουγε κανέναν. ● ΣΥΜΠΛ.: ο μάταιος κόσμος: ο επίγειος, φθαρτός κόσμος σε αντιπαράθεση με τον ουράνιο, τον αιώνιο: (ευφημ.) Αποχαιρέτησε/άφησε/εγκατέλειψε τον/έφυγε από τον ~ο τούτο ~ο (= πέθανε)., άδικος/μάταιος κόπος βλ. κόπος ● ΦΡ.: επί ματαίω (λόγ.): μάταια, ανώφελα: Ήλπιζε ~ ~ σε ένα καλύτερο μέλλον. ΣΥΝ. εις μάτην, του κάκου [< αρχ. μάταιος]

κόπος

κόποςκό-πος ουσ. (αρσ.) 1. καταβολή έντονης σωματικής ή ψυχικής προσπάθειας και η συνακόλουθη κούραση: υποβλήθηκε στον ~. Κατέβαλε (τον) ~ να … Απαιτείται/χρειάζεται ~ (για) να ... Πήγε στράφι/τζάμπα/χαμένος ο ~ μου. Ύστερα από πολύ ~ο κατάφερε να ... Με μεγάλο ~. Με ~ο και αγώνα/θυσίες/ιδρώτα. Χωρίς ~ο δεν γίνεται τίποτε. Οι ~οι της χρονιάς αποδίδουν καρπούς/δικαιώνονται. Aνταμείβομαι για/απολαμβάνω τους ~ους μου. Δεν φείδεται ~ων και εξόδων, προκειμένου να πετύχει αυτό που θέλει. Πβ. κάματος, μόχθος. 2. (προφ.) σωματική ή πνευματική εργασία και η ανταμοιβή της: Δεν πληρώθηκα τον ~ο μου. Πάρε αυτό/κάτι για τον ~ο σου! Πβ. αμοιβή, μισθός. ● ΣΥΜΠΛ.: άδικος/μάταιος κόπος: χωρίς αποτέλεσμα: Είναι ~ ~ να ασχοληθείς σοβαρά με το θέμα. Πβ. ματαιοπονία. ● ΦΡ.: βάζω (κάποιον) σε κόπο & σε φασαρία (συνήθ. με άρνηση και ως έκφραση ευγένειας) (προφ.): προκαλώ σωματική ή και ψυχική κούραση, ταλαιπωρία: Χαίρομαι να σε φιλοξενώ, δεν με ~εις ~. -Να σας φτιάξω έναν καφέ; -Μη σας βάλω ~., κάνω τον κόπο/μπαίνω σε/στον κόπο (συνήθ. με άρνηση και ως έκφραση ευγένειας) (προφ.): προβαίνω σε ενέργεια, αφιερώνω χρόνο για να κάνω κάτι: Μην κάνεις τον ~ να ... Μην μπαίνετε σε ~. Αν δε σου κάνει κόπο, μου φέρνεις ένα ποτήρι νερό; Δεν μπήκες καν στον ~ να με ενημερώσεις., μετά (πολλών/μυρίων) κόπων και βασάνων (λόγ.) & (προφ.) με κόπους και βάσανα/με χίλια βάσανα: με μεγάλη προσπάθεια, με πολλές δυσκολίες και ταλαιπωρίες: Φτάσαμε ~ ~. ~ ~ κατάφερε τελικά να μπει στο Πανεπιστήμιο. Πβ. με (τα) χίλια (δυο) ζόρια., τα αγαθά κόποις κτώνται (λόγ.): απαιτείται προσπάθεια και κούραση, προκειμένου να επιτευχθεί κάτι καλό., αξίζει τον κόπο βλ. αξίζω [< αρχ. κόπος]