Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • μάτην μά-την επίρρ. (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: εις μάτην: μάταια: Διαμαρτυρήθηκε έντονα, ~ ~ όμως, αφού δεν άλλαξε τίποτα. ΣΥΝ. επί ματαίω, στα χαμένα (2), του κάκου [< αρχ. μάτην]