Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • μάτσα μά-τσα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γιαπωνέζικο πράσινο τσάι σε σκόνη, πλούσιο σε αντιοξειδωτικά, κινεζικής προέλευσης, το οποίο χρησιμοποιείται και ως άρτυμα. [< αγγλ. matcha, 1881, γαλλ. ~, 1992]
  • ματσακόνι μα-τσα-κό-νι ουσ. (ουδ.): είδος σφυριού για τον καθαρισμό σιδερένιων ελασμάτων από τη σκουριά ή από επιστρώσεις χρώματος.
  • ματσαράγκα μα-τσα-ρά-γκα ουσ. (θηλ.) & ματσαραγκιά (αργκό): απάτη, κομπίνα, δόλος. Πβ. λοβιτούρα. ΣΥΝ. μπαγαποντιά [< ιταλ. mazzaranga, mazzeranga]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.