ανάλογος, η, ο [ἀνάλογος] α-νά-λο-γος επίθ.: που βρίσκεται σε σχέση αναλογίας, ισοδυναμίας με κάποιον/κάτι ή που διαμορφώνεται αντίστοιχα προς κάποιο άλλο ποσοτικό μέγεθος: ~η: ανταπόκριση/κατάσταση. ~α: προβλήματα. Με ~ο τρόπο. Αποδοχές ~ες με την εργασία. Για τη λέξη "φιλότιμο" δεν υπάρχει ~ αγγλικός όρος. Εσύ τι θα έκανες σε ~η περίπτωση (= παρόμοια); Κάτι ~ο συνέβη και σ' εμένα. Για το καλοκαίρι υιοθετήστε και το ~ο στιλ (= κατάλληλο)! Πβ. σύμφωνος.|| Πίεση ~η του βάθους/με το ύψος. Πβ. αναλογικός. Βλ. -λογος. ΑΝΤ. δυσανάλογος ● Ουσ.: ανάλογο (το) 1. οτιδήποτε παρουσιάζει αναλογία, αντιστοιχία με κάτι άλλο: Φαινόμενο που δεν έχει ~ό του σε όλον τον κόσμο (ΣΥΝ. όμοιο). 2. μερίδιο: Μην ανησυχείς, θα πάρεις το ~ό σου (από τα κέρδη). ● επίρρ.: ανάλογα & αναλόγως: Θα χρειαστώ δέκα με είκοσι λεπτά ~α με την κίνηση. Με έβρισε και του απάντησα ~ως.|| -Θα έρθεις το βράδυ; -~α με τη διάθεσή μου. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλογα μεγέθη/ποσά: ΜΑΘ. που όταν αυξάνεται ή μειώνεται το ένα, αυξάνεται ή μειώνεται και το άλλο, αντίστοιχα: Στα ~ ~ οι λόγοι των τιμών τους είναι ίσοι.|| (μτφ.) Ποιότητα και τιμή είναι ~ ~ (: όσο πιο καλό είναι κάτι, τόσο πιο πολύ στοιχίζει· όσο πιο φθηνό, τόσο κατώτερης συνήθ. ποιότητας)., ανάλογοι αριθμοί: ΜΑΘ. ακολουθίες αριθμών με την ιδιότητα σταθερού λόγου (αναλογίας) μεταξύ δύο οποιωνδήποτε αριθμών της ίδιας τάξης., αντιστρόφως ανάλογα μεγέθη/ποσά: ΜΑΘ. που όταν αυξάνεται το ένα μειώνεται το άλλο και αντίστροφα., μέσος ανάλογος (δύο αριθμών): ΜΑΘ. ο β σε μία αναλογία της μορφής α/β = β/γ., σχήμα εξ αναλόγου: ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου που βασίζεται στην παράλειψη λέξης ή φράσης ως ευκόλως εννοούμενης: λ.χ. Δεν πήγα, αν και ήθελα (ενν. να πάω). Πβ. έλλειψη. [< αρχ. ἀνάλογος, γαλλ. proportionnel, analogue]
απολυτοτητα[ἀπόλυτο] α-πό-λυ-το ουσ. (ουδ.) 1. ιδεατό, τέλειο: Αναζητεί/επιδιώκει το ~. Πβ. απολυτότητα.|| (προφ.) Η ομάδα πέτυχε το ~ (: μόνο νίκες σε μια σειρά αγώνων)! 2. ΦΙΛΟΣ. αυτό που δεν προέρχεται ούτε εξαρτάται από τίποτε άλλο, αλλά φέρνει μέσα του τον λόγο της ύπαρξής του· η υπερβατική αρχή από την οποία προέρχεται τόσο η φύση όσο και το πνεύμα· ο Θεός, το θείο. ΑΝΤ. σχετικό [< μτγν. ἀπόλυτος, γαλλ. absolu]
νομισματικός, ή, ό νο-μι-σμα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα νομίσματα: (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: ανάλυση/αστάθεια/ενοποίηση (: στην Ευρωπαϊκή Ένωση)/ισορροπία/ισοτιμία/κυκλοφορία/σταθερότητα. ~ό: απόθεμα (: η ποσότητα χρυσού και συναλλάγματος που διατηρείται στην Κεντρική Τράπεζα μιας χώρας)/καθεστώς. ~ά: θέματα/μέτρα/Οικονομικά/στοιχεία. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος για τις Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις. Οι ~ές συνθήκες που επικρατούν στην Ευρωζώνη. Βλ. συναλλαγματ-, τραπεζ-, χρηματ-ικός.|| ~ή: συλλογή. ● ΣΥΜΠΛ.: νομισματικά εξισωτικά ποσά: ΟΙΚΟΝ. δασμοί που επιβάλλονται σε εισαγόμενα (αγροτικά) προϊόντα. [< αγγλ. monetary compensatory amounts] , νομισματικά μεγέθη: ΟΙΚΟΝ. βασικές μονάδες μέτρησης του χρήματος σε κυκλοφορία και της ρευστότητας που χρησιμοποιούνται για την πρόβλεψη της οικονομικής ανάπτυξης. [< αγγλ. monetary aggregates, 1946] , νομισματική κρίση: ΟΙΚΟΝ. ύφεση που οφείλεται στην αδυναμία μιας χώρας να εκδώσει νόμισμα, παρά τις ανάγκες της, με αποτέλεσμα τη δημιουργία συναλλαγματικής αβεβαιότητας., νομισματική μονάδα: ΟΙΚΟΝ. νόμισμα που έχει θεσπιστεί από ένα κράτος ή σύνολο κρατών ως βάση πληρωμών και συναλλαγών (π.χ. γιεν, δηνάριο, δολάριο, ευρώ, λίρα, ρούβλι, στερλίνα, φράγκο): εθνική/κοινή ~ ~., νομισματική πολιτική : ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται από την Κεντρική Τράπεζα και την Κυβέρνηση κάθε χώρας και καθορίζουν την ποσότητα του χρήματος που κυκλοφορεί στην αγορά, το ύψος των επιτοκίων και την αξία των συναλλαγματικών ισοτιμιών. [< αγγλ. monetary policy, 1936] , νομισματικό σύστημα: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των κανόνων που καθορίζουν την αξία, έκδοση, κυκλοφορία και μετατρεψιμότητα ενός νομίσματος: διεθνές/εθνικό/ευρωπαϊκό ~ ~., Διεθνές Νομισματικό Ταμείο βλ. ταμείο, νομισματική ζώνη βλ. ζώνη, Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) βλ. ένωση [< μεσν. νομισματικός 'χρηματικός', γαλλ. monétaire, numismatique]
οικογενειακός, ή, ό [οἰκογενειακός] οι-κο-γε-νει-α-κός επίθ.: που ανήκει ή αναφέρεται στην οικογένεια, που ισχύει ή δημιουργείται στο πλαίσιο της οικογένειας και εξυπηρετεί τις ανάγκες της: ~ός: προϋπολογισμός/σύμβουλος/τάφος/τουρισμός/φίλος. ~ή: ατμόσφαιρα/γαλήνη/γιορτή/επανένωση/επιχείρηση/ευτυχία/ζωή/θαλπωρή/παροχή/περιουσία/συγκέντρωση/φωτογραφία. ~ό: γεύμα/δράμα/εισόδημα/επίδομα/ιστορικό/κειμήλιο/συμβούλιο. ~οί: δεσμοί/καβγάδες. ~ές: διακοπές/εκδρομές/στιγμές/σχέσεις. ~ά: έξοδα/ζητήματα/μυστικά/προβλήματα.|| ~ή: ταβέρνα/ταινία. ~ό: αυτοκίνητο/ξενοδοχείο/πακέτο (κινητής τηλεφωνίας)/τραπέζι. Η κηδεία του θα γίνει σε στενό ~ό κύκλο (: μεταξύ των πιο κοντινών συγγενών). Απουσίασε/πήρε άδεια για ~ούς λόγους. Αυστηρώς ~ή υπόθεση. Βλ. ενδο~, εξω~. ● Ουσ.: οικογενειακά (τα) {+ γεν. κτητ. αντων.}: τα θέματα και οι υποθέσεις που αφορούν μια οικογένεια: Μην ανακατεύεσαι/μπλέκεσαι στα ~ μας. Μου εμπιστεύθηκε τα ~ του. ● επίρρ.: οικογενειακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: με την οικογένεια: Περάσαμε ~. [< γαλλ. en famille] ● ΣΥΜΠΛ.: οικογενειακά βάρη: οι επιπλέον υποχρεώσεις, κυρ. οικονομικές, που αναλαμβάνει όποιος κάνει οικογένεια., οικογενειακή εστία/στέγη (επίσ.): η κύρια κατοικία όπου διαμένουν οι σύζυγοι, τα παιδιά ή/και άλλα μέλη της οικογένειας και γενικότ. το οικογενειακό περιβάλλον: μόνιμη ~ ~. Απομάκρυνση/μετοίκηση από την ~ ~. Ακίνητο που αποκτάται ως ~ ~. Εγκατέλειψε την ~ ~ σε νεαρή ηλικία. Βλ. συζυγική στέγη.|| (ειδικότ.) Κάθισαν μπροστά στην ~ή εστία (= στο τζάκι του σπιτιού)., οικογενειακό δέντρο: γενεαλογικό δέντρο. [< αγγλ. family tree] , οικογενειακό μέγεθος: για οικονομικότερη συνήθ. συσκευασία προϊόντων που είναι μεγαλύτερη σε μέγεθος ή ποσότητα από τη συμβατική: παγωτό/πίτσα/σοκολάτα ~ού ~ους. Βλ. οικονομική συσκευασία.|| (κατ' επέκτ.) Δωμάτια/επιχειρήσεις ~ού ~ους. [< αγγλ. family size] , οικογενειακό όνομα: επώνυμο., οικογενειακός γιατρός: ο γιατρός στον οποίο σταθερά και αποκλειστικά απευθύνεται μια οικογένεια για παροχή υπηρεσιών., οικογενειακός προγραμματισμός: έλεγχος της αναπαραγωγής με μεθόδους αντισύλληψης έτσι ώστε το ζευγάρι να αποκτήσει τον επιθυμητό αριθμό παιδιών τη χρονική στιγμή που θα το επιλέξει: φυσικός ~ ~ (= με προσδιορισμό και υπολογισμό των γόνιμων ημερών της γυναίκας). Δημογραφικό πρόβλημα και ~ ~. Κέντρα ~ού ~ού. Βλ. έλεγχος (των) γεννήσεων, προληπτική ιατρική. [< αγγλ. family planning, 1934] , (ενδο)οικογενειακή βία/βία στην οικογένεια βλ. βία, οικογενειακές υποχρεώσεις βλ. υποχρέωση, οικογενειακή κατάσταση βλ. κατάσταση, οικογενειακή μερίδα βλ. μερίδα, οικογενειακό άσυλο/άσυλο κατοικίας βλ. άσυλο, Οικογενειακό Δίκαιο βλ. δίκαιο, οικογενειακό διπλό βλ. διπλός, οικογενειακό μυθιστόρημα βλ. μυθιστόρημα ● ΦΡ.: είναι οικογενειακό μας (προφ.): είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα ή συνήθεια όλων ή των περισσοτέρων μελών μιας οικογένειας: ~ ~ να διαβάζουμε κυριακάτικες εφημερίδες.
οικονομικός, ή, ό [οἰκονομικός] οι-κο-νο-μι-κός επίθ. ΟΙΚΟΝ. 1. που αναφέρεται στην οικονομία ή τα οικονομικά: ~ός: απολογισμός/οργανισμός (πβ. τράπεζα)/πόλεμος/προϋπολογισμός/Τύπος/φορέας. ~ή: ανάλυση/ανάπτυξη/ανεξαρτησία/βοήθεια/διάρθρωση/διαφάνεια/διαχείριση/διπλωματία/δυσπραγία/εισφορά/ενημέρωση/εξαθλίωση/εξέλιξη/εξυγίανση/επιστήμη (= οικονομικά)/θεωρία/κρίση/μεταρρύθμιση/πρόοδος/σταθερότητα/συγκυρία/συμφωνία/σύνοδος/ύφεση. ~ό: άνοιγμα/ίδρυμα/κέρδος/κλίμα/κόστος/κραχ/μοντέλο/σκάνδαλο/φόρουμ. ~οί: δείκτες/πόροι. ~ές: δυσκολίες/κυρώσεις/παροχές/συναλλαγές/υπηρεσίες. ~ά: αποτελέσματα/εργαλεία/κίνητρα/συμφέροντα. Εξαμηνιαία/ετήσια ~ή έκθεση του Ομίλου ... ~ή ενίσχυση/στήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Βρίσκεται σε ~ό αδιέξοδο λόγω χρεών. Περικοπές για ~ούς λόγους. Δημόσια ~ή Υπηρεσία (ακρ. ΔΟΥ). ~ό Επιμελητήριο Ελλάδας (ακρ. ΟΕΕ).|| ~ό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ακρ. ΟΠΑ). ~ά μαθηματικά και στατιστική. Πτυχιούχος ΑΕΙ ~ής κατεύθυνσης. (ως ουσ.) Οι φοιτητές του ~ού.|| (για πρόσ.) ~ός: αναλυτής/διαχειριστής/διευθυντής/ελεγκτής/έφορος. ~ό: επιτελείο (κυβέρνησης)/στέλεχος. Βλ. μακρο~, μικρο~, τεχνο~, χρηματο~. 2. που κοστίζει λίγο, ανέξοδος· που εξοικονομεί ενέργεια: ~ό: γεύμα/εισιτήριο/εστιατόριο/μαγαζί/ξενοδοχείο. ~ές: διακοπές. ~ή λειτουργία εγκατάστασης/συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας. ~ό πακέτο καρτοκινητής τηλεφωνίας. Προσφορά συμφέρουσα από ~ή άποψη. Η ~ότερη λύση/πρόταση της αγοράς για συνεχή πρόσβαση στο ίντερνετ.|| ~ός: κινητήρας/λαμπτήρας. ~ή: συσκευή. ~ό: αυτοκίνητο (: σε κατανάλωση βενζίνης). ΣΥΝ. φτηνός (1) ΑΝΤ. ακριβός (1), αντιοικονομικός, δαπανηρός ● Ουσ.: οικονομικό (το): καθετί που σχετίζεται με χρήματα, το χρηματικό: Έχει τεράστια περιουσία και συνεπώς έχει λύσει το ~ του. Μίλησε στον εργοδότη του για το ~ (: τον μισθό). Δεν την ενδιαφέρει το ~ της υπόθεσης. Το ~ (ενν. πρόβλημα) της χώρας. ● επίρρ.: οικονομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αποκλειστική οικονομική ζώνη (ακρ. ΑΟΖ): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. ζώνη θαλάσσιας δικαιοδοσίας και δικαιωμάτων (κυρ. εκμετάλλευση των φυσικών πόρων) των παράκτιων κρατών με εύρος μέχρι 200 ναυτικά μίλια από τις ακτές, που περιλαμβάνει τα ύδατα, τον βυθό και το υπέδαφος της περιοχής της, και αρχίζει μετά το τέλος της αιγιαλίτιδας ζώνης. Βλ. υφαλοκρηπίδα. [< αγγλ. exclusive economic zone, 1975] , οικονομικά αγαθά: τα μέσα για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών που είναι αποτέλεσμα της παραγωγικής διαδικασίας και βρίσκονται σε ανεπάρκεια σε σχέση με τις ανάγκες που καλύπτουν: Τα ~ ~ διακρίνονται στα υλικά και τα άυλα αγαθά ή υπηρεσίες. Βλ. διαρκή, ελεύθερα, καταναλωτικά, κεφαλαιουχικά αγαθά., οικονομικά μεγέθη 1. οποιαδήποτε μεταβλητή υπολογίζεται με αριθμητικούς ή ποσοτικούς όρους: εταιρικά/συνοπτικά ~ ~. Βελτιωμένα/μειωμένα εμφανίζονται τα ~ ~ του ομίλου στο εξάμηνο ... Τα ~ ~ της ζώνης του ευρώ. ~ ~ σε επίπεδο χώρας (π.χ. ΑΕΠ, επιτόκια, βλ. μακροοικονομία). 2. {κυρ. στον εν.} οικονομική συσκευασία. [< 2: αγγλ. economy size, 1950] , οικονομικές επιστήμες: όσες μελετούν την παραγωγή, κατανομή, κατανάλωση και διαχείριση αγαθών και υπηρεσιών: Βραβείο Νόμπελ ~ών ~ών. Βλ. μακρο-, μικρο-οικονομία. ΣΥΝ. οικονομικά (2), οικονομολογία [< γαλλ. sciences économiques] , οικονομικές καταστάσεις: πίνακες αναλυτικής παρουσίασης κατά κατηγορία των δεδομένων που περιγράφουν την οικονομική πορεία μιας εταιρείας σε ορισμένη χρονική περίοδο, οι οποίοι δημοσιεύονται συγκεντρωτικά για τη διεξοδική ενημέρωση των επενδυτών: ενδιάμεσες/ενοποιημένες/εξαμηνιαίες/ετήσιες/περιοδικές/συνοπτικές/τριμηνιαίες ~ ~. Βλ. επαναδημοσίευση, ισολογισμός, οικονομικά στοιχεία και πληροφορίες., οικονομική γεωγραφία: ΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά και αναλύει τα τεχνικά, κοινωνικοπολιτικά και οικονομικά στοιχεία του γεωγραφικού χώρου, καθώς και τη σχέση που διαμορφώνεται μεταξύ του φυσικού περιβάλλοντος και του ανθρώπινου παράγοντα· το αντίστοιχο διδασκόμενο μάθημα. Βλ. ανθρωπογεωγραφία. [< αγγλ. economic geography] , οικονομική ελευθερία: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της συμμετοχής σε οικονομικές συναλλαγές, χωρίς κυβερνητικές παρεμβάσεις ή άλλους εξωτερικούς παράγοντες., οικονομική θέση 1. & τουριστική θέση: χώρος σε Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (αεροπλάνα, πλοία, τρένα), όπου οι επιβάτες εξασφαλίζουν θέση με φθηνότερο εισιτήριο: εισιτήριο/κάθισμα/καμπίνα ~ής ~ης. ΑΝΤ. διακεκριμένη θέση 2. οικονομική κατάσταση: Βρίσκεται σε δύσκολη ~ ~. Σε δεινή ~ ~ περιήλθε ο Όμιλος ... [< 1: αγγλ. economy class, γαλλ. classe économique] , οικονομική μονάδα: κάθε οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που καθιστούν δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας: Δύο αντιπροσωπευτικές ~ές ~ες είναι το νοικοκυριό και η επιχείρηση. [< αγγλ. economic unit] , οικονομική πολιτική: σύνολο μέτρων και αποφάσεων που λαμβάνονται σε κυβερνητικό συνήθ. επίπεδο για τον καθορισμό συγκεκριμένης πορείας στον τομέα της οικονομίας και την επίτευξη οικονομικών στόχων: εθνική/εξωτερική/εσωτερική/κοινοτική/περιοριστική ~ ~. Αλλαγή/χάραξη ~ής ~ής. Σφιχτή ~ ~ για μείωση του ελλείμματος.|| ~ ~ της εταιρείας., οικονομική συσκευασία: συσκευασία προϊόντος που είναι μεγαλύτερη σε μέγεθος ή ποσότητα από τη συμβατική, αλλά φτηνότερη αναλογικά. Βλ. οικογενειακό μέγεθος., Οικονομικό Δίκαιο: ΝΟΜ. οι κανόνες που ρυθμίζουν τις οικονομικές σχέσεις και δραστηριότητες: διοικητικό ~ ~. Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού ~ού ~ου., οικονομικό έγκλημα: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. κάθε παράνομη οικονομική δραστηριότητα (όπως φοροδιαφυγή, υπεξαίρεση χρημάτων): διεθνές/ηλεκτρονικό/οργανωμένο ~ ~. Βλ. ΣΔΟΕ., οικονομικό σύστημα (το): κάθε σύνολο κανόνων στα πλαίσια μιας κοινωνίας που ρυθμίζουν την παραγωγή, κατανομή και κατανάλωση αγαθών: διεθνές/ευρωπαϊκό/φιλελεύθερο ~ ~. Το ~ ~ του καπιταλισμού., οικονομικοί μετανάστες/πρόσφυγες: πρόσωπα που εγκαταλείπουν τη χώρα τους σε αναζήτηση εργασίας και καλύτερου βιοτικού επίπεδου: νόμιμοι/παράνομοι ~ ~.|| Εσωτερικοί ~ ~. Βλ. ευπαθείς (κοινωνικά) ομάδες. [< αγγλ. economic migrants/refugees] , οικονομικός κύκλος: περιοδική, επαναλαμβανόμενη διακύμανση ύφεσης-ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας: Ανοδική/πτωτική φάση ~ού ~ου. Βραχυχρόνιοι/μακροχρόνιοι/μεσοχρόνιοι ~οί ~οι. [< αγγλ. business/economic cycle] , οικονομικός παράγοντας 1. οτιδήποτε επηρεάζει μια κατάσταση από οικονομικής πλευράς: Ο τουρισμός αποτελεί ζωτικό/σημαντικό ~ό ~α ανάπτυξης του νησιού. 2. πρόσωπο που έχει ισχυρή θέση και ασκεί επιρροή στον επιχειρηματικό κόσμο: κορυφαίος/σημαίνων/τοπικός ~ ~. ~οί ~ες και διαχειριστές μεγάλων κεφαλαίων., οικονομικός/κεντρικός προγραμματισμός/σχεδιασμός: η επίδραση της κεντρικής εξουσίας ενός κράτους ή συνόλου κρατών στη λήψη αποφάσεων καθοριστικής σημασίας στον οικονομικό τομέα., Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος βλ. ευρωπαϊκός, οικονομικά στοιχεία και πληροφορίες βλ. στοιχείο, οικονομική ανάπτυξη βλ. ανάπτυξη, οικονομική βία βλ. βία, Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) βλ. ένωση, οικονομική μεγέθυνση βλ. μεγέθυνση, οικονομικό αντικείμενο βλ. αντικείμενο, οικονομικό έτος βλ. έτος, σύνδρομο οικονομικής θέσης βλ. σύνδρομο [< αρχ. οἰκονομικός, γαλλ. économique, αγγλ. economic]
πρώτος, η, ο [πρῶτος] πρώ-τος αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 1ος, Α' ή α', Ι) 1. που γίνεται, συμβαίνει, εμφανίζεται πριν από όλους τους άλλους: ~ος: αγώνας/γάμος/γύρος/δίσκος (συγκροτήματος)/μήνας (του χρόνου)/τόμος/ύπνος (= το αρχικό στάδιο)/χορός. ~η: αντίδραση/απόπειρα/άφιξη (πλοίου)/έκδοση/εκδοχή/επαφή/εργασία/νίκη/παράσταση/προσπάθεια/τιμή (= αρχική). ~ο: αεροπλάνο/ημίχρονο/ραντεβού/σχέδιο (βλ. προσχέδιο)/φιλί. ~α: άνθη. Ο ~ παγκόσμιος πόλεμος. Η ~η μέρα της εβδομάδας (= η Κυριακή)/του έτους (= πρωτοχρονιά)/του μήνα (= πρωτομηνιά). Κέρδισε την ~η παρτίδα. Ολοκληρώθηκε η ~η φάση του έργου. Η ~η νύχτα του γάμου. Απέκτησαν το ~ο τους παιδί. Το ~ο λεπτό της ώρας/τέταρτο της Σελήνης/φως της ημέρας (πβ. λυκαυγές). Περιμένω το ~ο λεωφορείο/τρένο. Είναι στο ~ο έτος της Ιατρικής. Η αμεσότητα της ~ης εντύπωσης. Οι ~οι έρωτες της εφηβείας. Τα ~α χρόνια της ζωής/των σπουδών του. Τα ~α τεύχη του περιοδικού. ΑΝΤ. τελευταίος (1) 2. που βρίσκεται στην αρχή μιας σειράς, ακολουθίας: ~ος: στίχος. ~η: διαφάνεια/πρόταση/σελίδα/στροφή. ~ο: θρανίο/πάτωμα/σπίτι. Άρθρο ~ο. Το ~ο κεφάλαιο/μέρος ενός βιβλίου. Ο ~ αριθμός/το ~ο όνομα στον κατάλογο. Το ~ο στοιχείο του περιοδικού πίνακα είναι το υδρογόνο. Θα στρίψετε στον ~ο δρόμο δεξιά. ~ο γραφείο/~η πόρτα/~ο κτίριο αριστερά.|| (για πρόσ.) Είναι ~ στην ουρά. Βγήκε ~η από το σινεμά. Έφτασε/μίλησε ~.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ο: πρόσωπο. ~η: κλίση.|| ~ο (Α'/1ο) Γυμνάσιο/Ενιαίο Λύκειο (μιας πόλης). 3. που προηγείται όλων των άλλων ως προς την αξία, τη σημασία, την ποιότητα, την ποσότητα, τη συχνότητα, το αξίωμα· κατ' επέκτ. βασικός, πρωταρχικός, αναγκαίος, στοιχειώδης: (για πρόσ.) ~ος: σκόρερ/(ΙΣΤ.) ύπατος (αρμοστής).|| ~ος: τουριστικός προορισμός. ~η: δύναμη/ομάδα/χώρα. ~ο: βραβείο/καθήκον/μέλημα. Η ~η σημασία μιας λέξης (= η πιο συχνή, βασική). Η ~η κατοικία (σε αντίθεση με την εξοχική). Ο ~ πολίτης της χώρας (= ο αρχηγός του κράτους). Ο ~ δημότης (= ο δήμαρχος). (λόγ.) ~ τη τάξει. Ο ~ λαχνός. Είναι ο ~ μαθητής στην τάξη. ~ στόχος της κυβέρνησης είναι ... Είναι/έρχεται ~ στις προτιμήσεις του κοινού. Μπήκε/πέρασε ~ στη σχολή. Τερμάτισε ~η. Αναδείχτηκε ~η στον διαγωνισμό. Η εταιρεία είναι ~η στον κόσμο σε πωλήσεις. Είναι η ~η επιλογή των καταναλωτών. Κρασί ~ης ποιότητας. Εστιατόριο/ξενοδοχείο ~ης κατηγορίας. Παρέχω στο νεογέννητο τις ~ες φροντίδες. Τα ~α γράμματα.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~η: αιτία/αλήθεια/ουσία. Το νερό ως ~η αρχή. 4. που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, πρόχειρος: μια ~η προσέγγιση του θέματος. Μια ~η ματιά στα γεγονότα. Έγινε μια ~η αποτίμηση/εκτίμηση των αποτελεσμάτων. Πήρα μια ~η γεύση από το βιβλίο. ● Ουσ.: πρώτη (η) 1. (κ. με κεφαλ. Π) ενν. τάξη σχολικής βαθμίδας (σύμβ. Α΄): Πάει (στην)/τελείωσε την ~ Δημοτικού/Γυμνασίου/Λυκείου. 2. η ταχύτητα με την οποία αρχίζει να κινείται ένα όχημα: Βάζω ~. 3. πρεμιέρα: επίσημη/παγκόσμια ~. 4. η ημέρα με την οποία αρχίζει ο μήνας: ~ Μαΐου (= Πρωτομαγιά)/Ιουνίου., πρώτο (το) 1. το λεπτό της ώρας: Τερμάτισε με χρόνο έξι ~α και τριάντα δεύτερα. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. πρωτόνιο., πρώτος (ο) 1. το πρόσωπο που προηγείται σε μια σειρά: Ας περάσει ο ~ (ενν. στην ουρά). Ήταν ο ~ που αντιστάθηκε. Είναι μεταξύ των ~ων. Ο ~ των ~ων. 2. (προφ.) ο πρώτος όροφος κτιρίου: Μένει στον ~ο. 3. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Ιανουάριος: στις 5/01/... (: πέντε ~ου). 4. ο ανώτερος ιεραρχικά καπετάνιος ή μηχανικός του πλοίου. 5. ΕΚΚΛΗΣ. ο μοναχός που προεδρεύει στις συνάξεις ή βρίσκεται στην ιεραρχία μετά τον ηγούμενο. ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτη ηλικία: η βρεφική και νηπιακή ηλικία· συνεκδ. τα νήπια., πρώτη θέση 1. αυτή που προηγείται όλων των άλλων σε βαθμολογική κυρ. κατάταξη: Διατήρησε/διεκδικεί/εξασφάλισε/κατέκτησε/κατέλαβε/κέρδισε/πήρε την ~ ~. Ανέβηκε/βρέθηκε/επανήλθε/κατατάσσεται/παραμένει/τερμάτισε στην ~ ~.|| Έχει την ~ ~ στη ζωή μου. 2. η πιο ακριβή θέση σε μέσο μεταφοράς: Ταξιδεύει (στην) ~ ~. Καμπίνα/σαλόνι ~ης ~ης. Πβ. διακεκριμένη θέση., πρώτη φωνή: ΜΟΥΣ. η βασική, η κύρια φωνή. Πβ. πρίμο., πρώτο χέρι: για προϊόν που αγοράζεται ολοκαίνουργιο ή για χειρωνακτική εργασία (κυρ. βάψιμο) που αποτελεί τη βάση για τις επόμενες: (σε αγγελία:) Πωλείται αυτοκίνητο σε άριστη κατάσταση, ~ ~.|| Στέγνωσε το ~ ~. Βλ. δεύτερο χέρι., πρώτος (αριθμός): ΜΑΘ. φυσικός αριθμός, διάφορος της μονάδας, που διαιρείται μόνο με τον εαυτό του και τη μονάδα: Το 2 είναι ο μοναδικός ζυγός ~ ~., έκτακτης/άμεσης/πρώτης ανάγκης βλ. ανάγκη, μητρική/πρώτη γλώσσα βλ. γλώσσα, πρώτες βοήθειες βλ. βοήθεια, πρώτη Ανάσταση βλ. ανάσταση, πρώτη γραμμή βλ. γραμμή, πρώτη κυρία βλ. κυρία, πρώτη μούρη βλ. μούρη, πρώτη νιότη/νεότητα βλ. νιότη, πρώτη προτεραιότητα βλ. προτεραιότητα, πρώτη ύλη βλ. ύλη, πρώτης (Α')/δεύτερης (Β')/τρίτης (Γ')/τελευταίας διαλογής βλ. διαλογή, πρώτης γραμμής βλ. γραμμή, πρώτο μπόι βλ. μπόι, πρώτο/δεύτερο βιολί βλ. βιολί, πρώτος μεσημβρινός βλ. μεσημβρινός, πρώτος χορευτής βλ. χορευτής, χορεύτρια, πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού βλ. βαθμός, σε πρώτο/δεύτερο πλάνο βλ. πλάνο, ταινίες α'/β' προβολής βλ. προβολή ● ΦΡ.: (είσαι/είναι) και ο πρώτος/η πρώτη! (εμφατ.-προφ.): ως έκφραση έντονης επιδοκιμασίας, για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι ο καλύτερος: Μεγάλε/μπράβο, είσαι ~ ~! Και το πρώτο παιδί!, από πρώτο χέρι (προφ.): άμεσα, από αξιόπιστη πηγή: Ενημερωθείτε ~ ~. Ξέρουμε ~ ~ τα προβλήματα. Πληροφορίες ~ ~. Έμαθε από ~ ~ τι συνέβη. Βλ. από δεύτερο χέρι. [< γαλλ. de première main] , από τον πρώτο ως τον τελευταίο: όλοι ανεξαιρέτως: Όλοι μας, ~ ~, έχουμε ευθύνη., για πρώτη φορά: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν έχει ξαναγίνει, ξανασυμβεί: Κάνω κάτι/πηγαίνω κάπου ~ ~., εν πρώτοις/κατά πρώτον (λόγ.): καταρχάς, προπάντων: Πρέπει να σημειωθεί ~ ~ ότι ... Πβ. πρώτα απ' όλα., έχει τον πρώτο (και τον τελευταίο) λόγο (μτφ.): έχει κυρίαρχο και αποφασιστικό ρόλο: Θέλει να ~ ~ στις εξελίξεις., με την πρώτη ματιά: αμέσως: έρωτας ~ ~ (= κεραυνοβόλος). Την αντιπάθησε/θα σας γοητεύσει/σε κερδίζει ~ ~. Δεν είναι εύκολο να τα δει κανείς όλα ~ ~. [< γερμ. auf den ersten Blick] , με την πρώτη/με το πρώτο: αμέσως: Μπήκε ~ ~ στα βαθιά. Τον αναγνώρισε/τα κατάφερε/πέτυχε ~ ~., οι τα πρώτα φέροντες (αρχαιοπρ.): αυτοί που κατέχουν υψηλές θέσεις: ~ ~ (= οι κορυφαίοι) υπουργοί. Πβ. υψηλά ιστάμενος., παίζει τον πρώτο ρόλο (μτφ.): αποτελεί τον βασικότερο, τον κυρίαρχο παράγοντα: Σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις η εμπιστοσύνη ~ ~. Tα αγνά υλικά ~ουν ~ στην παρασκευή των εδεσμάτων., πρώτης τάξεως/τάξης: πολύ καλός, εξαιρετικός: ~ ~ διαφήμιση/υπηρεσία. Του δίνεται/παρέχεται μια ~ ~ ευκαιρία να αποδείξει την αξία του. ΣΥΝ. πρώτης γραμμής, πρώτος και καλύτερος (συχνά ειρων.): για κάποιον που πρωτοστατεί ή κατέχει την πρώτη θέση σε μια κατάταξη: όπου επεισόδια, αυτός ~ ~! Όλοι, με ~ο και ~ο εσένα, τον κατηγορούσατε!|| ~οι και ~οι στη λίστα των καλεσμένων θα είναι ..., πρώτου μεγέθους: πολύ μεγάλος ή σοβαρός, σπουδαίος, πρωτοφανής: είδηση/έκπληξη/σκάνδαλο ~ ~. Πρόβλημα ~ ~ (: μεγάλων διαστάσεων).|| (για πρόσ.) Εξελίχθηκε σε αστέρι ~ ~., (ο) πρώτος διδάξας/(η) πρώτη διδάξασα βλ. διδάξας, διδάξασα, δεν είναι/είσαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που ... βλ. τελευταίος, είδη/αγαθά πρώτης ανάγκης βλ. ανάγκη, είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που ... βλ. τελευταίος, εκ πρώτης όψεως/όψης βλ. όψη, κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη βλ. χωριό, κάνει τα πρώτα (του) βήματα βλ. βήμα, κάνω το πρώτο βήμα βλ. βήμα, κατά κύριο/πρώτο/μείζονα λόγο βλ. κύριος, με την πρώτη/σε πρώτη ευκαιρία βλ. ευκαιρία, με το πρώτο φύσημα (του αέρα/ανέμου) βλ. φύσημα, ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω βλ. αναμάρτητος, ο πρώτος τυχών/τυχόντας βλ. τυχών, οι έσχατοι έσονται πρώτοι (και οι πρώτοι έσχατοι) βλ. έσχατος, πρώτο τραπέζι πίστα βλ. τραπέζι, πρώτος μεταξύ ίσων βλ. ίσος, πρώτος/καλύτερος (και) με διαφορά βλ. διαφορά, σε πρώτη ζήτηση βλ. ζήτηση, τα στερνά τιμούν τα πρώτα βλ. στερνός ● βλ. πρώτα, πρώτον [< αρχ. πρῶτος, γαλλ. premier]
φαινόμενοφαι-νό-με-νο ουσ. (ουδ.) {φαινομέν-ου | -ων} 1. ό,τι γίνεται αντιληπτό μέσω των αισθήσεων και συνιστά αντικείμενο παρατήρησης ή μελέτης: ανησυχητικό/γλωσσικό/θρησκευτικό/ιστορικό/κοινωνικό/μυστηριώδες/οπτικό/ουράνιο/παγκόσμιο/παθολογικό/πολυπαραγοντικό/πολύπλοκο/σπάνιο/συνηθισμένο/σύνθετο/τοπικό/φυσικό ~. Ανεξήγητα/ατομικά/βιολογικά/γεωλογικά/καταστροφικά/μεταφυσικά/οικονομικά/παραφυσικά/περιοδικά/υπερφυσικά/ψυχικά ~α. Ανάλυση/εξήγηση/καταγραφή/περιγραφή του ~ου.|| Το ~ της βαρύτητας/τήξης. Μοντελοποίηση/προσομοιώσεις/ταξινόμηση ~ων.|| Το ~ της ανεργίας/της μετανάστευσης/του ρατσισμού. ~α βίας. Πάταξη του ~ου της διαφθοράς. Το ~ της παχυσαρκίας στην παιδική και εφηβική ηλικία. ~/~α των καιρών.|| Γραμματικά και συντακτικά ~α. 2. για κάποιον ή κάτι που εντυπωσιάζει, ξεχωρίζει ή εκπλήσσει, συνήθ. θετικά: Από μικρός ήταν ~. Εταιρεία που αποτελεί ~ ανάπτυξης.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Άνθρωπος/παιδί (βλ. παιδί-θαύμα)/ποδοσφαιριστής-~. ● ΣΥΜΠΛ.: καιρικά φαινόμενα βλ. καιρικός, τριχοειδή φαινόμενα βλ. τριχοειδής, φαινόμενο (της) σήραγγας βλ. σήραγγα, φαινόμενο της καμινάδας βλ. καμινάδα, φαινόμενο της πεταλούδας βλ. πεταλούδα, φαινόμενο του θερμοκηπίου βλ. θερμοκήπιο, φωτοβολταϊκό φαινόμενο βλ. φωτοβολταϊκός, φωτοηλεκτρικό φαινόμενο βλ. φωτοηλεκτρικός ● ΦΡ.: κατά τα φαινόμενα (επίσ.): όπως δείχνουν τα πράγματα, απ' ό,τι φαίνεται, πιθανότατα: Αναβάλλεται ~ ~ η επιστροφή του., τα φαινόμενα απατούν βλ. απατώ [< αρχ. φαινόμενον, γαλλ. phénomène, γερμ. Phänomen, αγγλ. phenomenon]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ