Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- μέγιστος , η, ο μέ-γι-στος επίθ. (λόγ.) {κ. λογιότ. θηλ. -ίστη} ΑΝΤ. ελάχιστος 1. (συχνά προηγείται το άρθρο) ο μεγαλύτερος: ~η: θερμοκρασία/ταχύτητα (= ανώτερη, ανώτατη, υψηλότερη. ΑΝΤ. μικρότερη, χαμηλότερη). ~ες: τιμές (ακτινοβολίας· βλ. οριακός). Ο ~ αριθμός μαθητών ανά τάξη ... Η ~η διάρκεια ζωής (π.χ. ενός κινητήρα). Οι ~οι (= οι περισσότεροι. ΑΝΤ. λιγότεροι) καρδιακοί παλμοί κατά την αερόβια άσκηση ... Η εταιρεία αξιοποιεί στον ~ο (δυνατό) βαθμό (: όσο καλύτερα γίνεται) τις νέες τεχνολογίες. Το ~ο όριο πίστωσης δεν μπορεί να υπερβεί τα ... ευρώ.|| (μτφ.) Υπήρξε ο ~ (= αξιολογότερος, σημαντικότερος, σπουδαιότερος) των κωμικών. Βλ. παμ~, τρισ~. 2. πάρα πολύ μεγάλος: ~ος: κίνδυνος (πβ. έσχατος). ~η: ασφάλεια/τιμή (= ύψιστη). ~ο: πρόβλημα (: πολύ σοβαρό, οξύ). Είναι ~ο σφάλμα να θεωρείς ότι ... ● Ουσ.: μέγιστο (το): το ανώτερο, υψηλότερο δυνατό επίπεδο, όριο, σημείο, η μεγαλύτερη ποσότητα: Απαιτείται το ~ των δυνάμεών μας.|| (ως επίρρ.) Κοιμάμαι το ~ (= το περισσότερο, το πολύ) έξι ώρες την ημέρα.|| (ΜΑΘ.) Το (τοπικό) ~ μιας συνάρτησης. ΣΥΝ. μάξιμουμ ΑΝΤ. ελάχιστο, μίνιμουμ ● ΣΥΜΠΛ.: μέγιστος κοινός διαιρέτης βλ. διαιρέτης ● ΦΡ.: στο μέγιστο: όσο γίνεται περισσότερο, στον μεγαλύτερο βαθμό: Ελπίζω να απολαύσατε τις διακοπές σας ~ ~. ΣΥΝ. στο έπακρο, τα μέγιστα (ως επίρρ.): πάρα πολύ: Πρόσφερε/συνέβαλε ~ ~ για την ολοκλήρωση του έργου., αποδίδω τα μέγιστα βλ. αποδίδω [< αρχ. μέγιστος]
αποδίδω
αποδίδω[ἀποδίδω] α-πο-δί-δω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απέδιδα, απέδω-σα, αποδώ-σει, αποδό-θηκε (λόγ.) απεδόθη, -θεί, (λόγ. μτχ. αποδο-θείς, -θείσα, -θέν), αποδίδ-οντας· στην ενεργ. φωνή συνήθ. στο γ' πρόσ., στην παθ. φωνή μόνο στο γ΄πρόσ.} (επίσ.) & αποδίνω 1. δίνω: Μην ~εις και τόσο μεγάλη αξία/βαρύτητα/σημασία στα λεγόμενά του (: μην τα θεωρείς τόσο αξιόλογα, σημαντικά ...)! Του ~ονται ιδιότητες που δεν διαθέτει (πβ. προσδίδω). Δίκαια του ~θηκε η προσωνυμία ...|| Η δημοτική Αρχή ~σε λογαριασμό για το κόστος των έργων. Του ~θηκαν οι δέουσες τιμές/τα εύσημα. Να ~θεί δικαιοσύνη για τα θύματα (πβ. απονέμω). ~σαν φόρο τιμής στους πεσόντες (= απέτισαν). 2. καταλογίζω, επιρρίπτω, προσάπτω: Της ~ουν πρόθεση για τον τραυματισμό του συζύγου της. Μη μου ~εις (= μη μου βάζεις στο στόμα) λόγια που δεν είπα! Απαιτούν να ~θούν (άμεσα/στο ακέραιο) ευθύνες εκεί που πρέπει. Οι ~θείσες σε βάρος του κατηγορίες αποδείχθηκαν αναληθείς. 3. (κυρ. αρνητ. συνυποδ.) θεωρώ κάτι ως αιτία ή κάποιον ως το υποκείμενο μιας ενέργειας ή τον δημιουργό ενός έργου: Πού ~εις την αποτυχία της; ~σαν την καθυστέρηση σε πρόβλημα που παρουσιάστηκε. Η πυρκαγιά ~εται (πβ. οφείλεται) σε εμπρησμό. Ο θάνατός του ~θηκε σε φυσικά αίτια.|| Αντιδράσεις προκάλεσε η ~θείσα στον ... δήλωση.|| Ο πίνακας ~εται στο μεγάλο ζωγράφο. 4. καταβάλλω ή επιστρέφω οφειλόμενο ποσό: Εισφορά που ~εται κάθε μήνα. Το επίδομα θα ~θεί σύντομα στους δικαιούχους. Αρνούνται να του ~σουν τα ποσοστά του. Μη ~θείς Φ.Π.Α. Πβ. πληρώνω. 5. παράγω έργο, έχω απόδοση: Ο κινητήρας ~ει ισχύ εκατόν εβδομήντα ίππων.|| ~ καλύτερα υπό πίεση. Ο υπάλληλος δεν ~ει (καθόλου). 6. διατυπώνω, μεταφέρω: Ο όρος ~εται (= μεταφράζεται) στα Ελληνικά ως ...|| Αποδώστε (= εκφράστε) το νόημα ελεύθερα/με δικά σας λόγια! 7. αναπαριστώ, αποτυπώνω: Στο βιβλίο του έχει ~σει (= έχει μεταφέρει, περάσει) με ζωντάνια/παραστατικά/πιστά το κλίμα της εποχής.|| Η έκφραση του προσώπου έχει ~θεί με μεγάλη επιτυχία στο γλυπτό. Πβ. απεικονίζω. 8. ερμηνεύω, υποδύομαι: ~ει θαυμάσια τον ρόλο του (= ενσαρκώνει, παίζει). Η ηθοποιός ~σε το ποίημα με σπάνια ευαισθησία. Η χορωδία ~σε εξαιρετικά τους ύμνους. ● αποδίδει 1. έχει θετική έκβαση, τελεσφορεί: Το σχέδιο ~σε (= ευοδώθηκε) τελικά. Η πολιτική του δεν φαίνεται να ~. Τα νέα μέτρα έχουν αρχίσει να ~ουν. Η προσπάθειά τους δεν ~σε αποτελέσματα. Πβ. πιάνω τόπο. 2. αποφέρει: Επενδύσεις που ~ουν. Οι μετοχές ~σαν ...%. Οι πωλήσεις έχουν ~σει (= δώσει, αφήσει) έσοδα/κέρδη ύψους ... ευρώ. Βλ. υπερ~. ● ΦΡ.: αποδίδω τα μέγιστα: έχω, επιτυγχάνω τη μέγιστη δυνατή απόδοση: Οι παίκτες ~σαν ~ στον αγώνα. Η συνεργασία τους έχει ~σει ~., (αποδίδω) τα του Καίσαρος τω Καίσαρι βλ. καίσαρας, ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα βλ. ανταποδίδω, αποδίδει καρπούς βλ. καρπός, δεν αποδίδει τα αναμενόμενα βλ. αναμενόμενος [< αρχ. ἀποδίδωμι, μεσν. αποδίδω]
διαιρέτης
διαιρέτηςδι-αι-ρέ-της ουσ. (αρσ.) {διαιρετών}: ΜΑΘ. αριθμός που διαιρεί τον διαιρετέο στην πράξη της διαίρεσης: Το 4 είναι ~ του 8.|| (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ τάσης (: διάταξη δύο ή περισσότερων αντιστάσεων σε σειρά). ● ΣΥΜΠΛ.: μέγιστος κοινός διαιρέτης (ακρ. ΜΚΔ): ο μεγαλύτερος από τους διαιρέτες που είναι κοινοί για δύο ή περισσότερους αριθμούς: ~ ~ ακέραιων και πολυωνύμων. Ελάχιστο Κοινό Πολλαπλάσιο και ~ ~. [< μτγν. διαιρέτης ‘διανεμητής’, γαλλ. diviseur]