μέμφομαι μέμ-φο-μαι ρ. (μτβ.) {μέμφθ-ηκε, μεμφθ-εί, μεμφ-όμενος, συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): αποδίδω μομφή σε κάποιον ή κάτι, το(ν) κατηγορώ, κατακρίνω: Τον ~εται για την άδικη συμπεριφορά του/που δεν κατάφερε να ... Βλ. εγκωμιάζω, επαινώ. ΣΥΝ. επιτιμώ (1), ονειδίζω (1), ψέγω [< αρχ. μέμφομαι]
εγκωμιάζω
εγκωμιάζω[ἐγκωμιάζω] ε-γκω-μι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {εγκωμία-σα, εγκωμιά-σει, -στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, εγκωμιάζ-οντας}: επαινώ, εξυμνώ, εκθειάζω: ~ει το έργο του/τους οργανωτές/την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων. ~σε την εταιρεία/το πρόγραμμα/τις προσπάθειες/τις πρωτοβουλίες. ~ κάποιον ανεπιφύλακτα/δημόσια. ~στηκε για τις παιδαγωγικές αρετές του/από φίλους και εχθρούς. Οι ικανότητές της ~στηκαν από κριτικούς και κοινό. Πβ. πλέκω/ψάλλω το εγκώμιο κάποιου. ΣΥΝ. εξαίρω (1) ΑΝΤ. επικρίνω, επιτιμώ (1), ψέγω [< αρχ. ἐγκωμιάζω]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.