Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μέμφομαι μέμ-φο-μαι ρ. (μτβ.) {μέμφθ-ηκε, μεμφθ-εί, μεμφ-όμενος, συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): αποδίδω μομφή σε κάποιον ή κάτι, το(ν) κατηγορώ, κατακρίνω: Τον ~εται για την άδικη συμπεριφορά του/που δεν κατάφερε να ... Βλ. εγκωμιάζω, επαινώ. ΣΥΝ. επιτιμώ (1), ονειδίζω (1), ψέγω [< αρχ. μέμφομαι]

εγκωμιάζω

εγκωμιάζω[ἐγκωμιάζω] ε-γκω-μι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {εγκωμία-σα, εγκωμιά-σει, -στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, εγκωμιάζ-οντας}: επαινώ, εξυμνώ, εκθειάζω: ~ει το έργο του/τους οργανωτές/την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων. ~σε την εταιρεία/το πρόγραμμα/τις προσπάθειες/τις πρωτοβουλίες. ~ κάποιον ανεπιφύλακτα/δημόσια. ~στηκε για τις παιδαγωγικές αρετές του/από φίλους και εχθρούς. Οι ικανότητές της ~στηκαν από κριτικούς και κοινό. Πβ. πλέκω/ψάλλω το εγκώμιο κάποιου. ΣΥΝ. εξαίρω (1) ΑΝΤ. επικρίνω, επιτιμώ (1), ψέγω [< αρχ. ἐγκωμιάζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.