Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μένος μέ-νος ουσ. (ουδ.) (λόγ.): μεγάλη οργή, παραφορά, επιθετική διάθεση: αντιλαϊκό/αντιπολιτευτικό/πολεμικό/ρατσιστικό ~ (εναντίον/κατά) ... Οι δηλώσεις του προκάλεσαν το ~ της κοινής γνώμης. Βλ. λύσσα, μανία, μένεα. [< αρχ. μένος]

λύσσα

λύσσαλύσ-σα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ιογενές, λοιμώδες, συνήθ. θανατηφόρο νόσημα του κεντρικού νευρικού συστήματος των θερμόαιμων θηλαστικών· στον άνθρωπο μεταδίδεται συνήθ. μέσω του σάλιου από δάγκωμα μολυσμένου ζώου, ιδ. σκύλου: εμβόλιο για τη ~ (= αντιλυσσικό). Βλ. ζωοανθρωπο-, ζωο-νόσος. 2. (μτφ.) ακατάσχετη ορμή, παράφορη οργή: Αντιστάθηκαν/του επιτέθηκε με ~ (= λυσσασμένα, μανιωδώς). Πβ. αλλοφροσύνη, μένος. ΣΥΝ. μανία (2) 3. (μτφ.) μεγάλο πάθος για κάτι: ~ για ζωή. Έχει ~ με τ' αυτοκίνητα/το ποδόσφαιρο. Πβ. αρρώστια, τρέλα.|| (κατ' επέκτ., μεγάλη πείνα ή λαιμαργία:) Μ' έχει πιάσει μια (απίστευτη) ~ για γλυκό. Βλ. ψωμόλυσσα.|| (κ. για έντονη σεξουαλική επιθυμία:) Ερωτική ~. Πβ. παραφορά. ΣΥΝ. μανία (1) 4. (προφ.-εμφατ., για φαγητό) πολύ αλμυρό: ~ την έκανες τη σούπα. ● ΦΡ.: λύσσα κακιά (προφ.): δηλωτικό δυσαρέσκειας για κάτι που γίνεται ή λέγεται με τόσο επίμονο τρόπο, που καταντά τελικά κουραστικό: Αμάν πια, ~ ~ (= λύσσαξες, φαγώθηκες) να έρθω κι εγώ μαζί! Τι ~ ~ είν' αυτή με ...! [< αρχ. λύσσα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.