μένος μέ-νος ουσ. (ουδ.) (λόγ.): μεγάλη οργή, παραφορά, επιθετική διάθεση: αντιλαϊκό/αντιπολιτευτικό/πολεμικό/ρατσιστικό ~ (εναντίον/κατά) ... Οι δηλώσεις του προκάλεσαν το ~ της κοινής γνώμης. Βλ. λύσσα, μανία, μένεα. [< αρχ. μένος]
λύσσα
λύσσαλύσ-σα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ιογενές, λοιμώδες, συνήθ. θανατηφόρο νόσημα του κεντρικού νευρικού συστήματος των θερμόαιμων θηλαστικών· στον άνθρωπο μεταδίδεται συνήθ. μέσω του σάλιου από δάγκωμα μολυσμένου ζώου, ιδ. σκύλου: εμβόλιο για τη ~ (= αντιλυσσικό). Βλ. ζωοανθρωπο-, ζωο-νόσος.2. (μτφ.) ακατάσχετη ορμή, παράφορη οργή: Αντιστάθηκαν/του επιτέθηκε με ~ (= λυσσασμένα, μανιωδώς). Πβ. αλλοφροσύνη, μένος. ΣΥΝ. μανία (2) 3. (μτφ.) μεγάλο πάθος για κάτι: ~ για ζωή. Έχει ~ με τ' αυτοκίνητα/το ποδόσφαιρο. Πβ. αρρώστια, τρέλα.|| (κατ' επέκτ., μεγάλη πείνα ή λαιμαργία:) Μ' έχει πιάσει μια (απίστευτη) ~ για γλυκό. Βλ. ψωμόλυσσα.|| (κ. για έντονη σεξουαλική επιθυμία:) Ερωτική ~. Πβ. παραφορά. ΣΥΝ. μανία (1) 4. (προφ.-εμφατ., για φαγητό) πολύ αλμυρό: ~ την έκανες τη σούπα. ● ΦΡ.: λύσσα κακιά (προφ.): δηλωτικό δυσαρέσκειας για κάτι που γίνεται ή λέγεται με τόσο επίμονο τρόπο, που καταντά τελικά κουραστικό: Αμάν πια, ~ ~ (= λύσσαξες, φαγώθηκες) να έρθω κι εγώ μαζί! Τι ~ ~ είν' αυτή με ...! [< αρχ. λύσσα]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.