Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [1-2]


  • μήκων μή-κων ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μήκων η υπνοφόρος: ΒΟΤ. αφιόνι. [< αρχ. μήκων]
  • μηκώνιο μη-κώ-νι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. σκούρα πράσινη βλεννώδης ουσία που περιέχεται στο έντερο του εμβρύου και εκκενώνεται φυσιολογικά μετά τη γέννηση. 2. ΒΟΤ. (παλαιότ.) όπιο. [< αρχ. μηκώνιον, γαλλ. méconium, αγγλ. meconium]