Αύγουστος[Aὔγουστος] Αύ-γου-στος ουσ. (αρσ.) {Αυγούστου}: ο όγδοος μήνας του χρόνου και ο τρίτος του καλοκαιριού. Βλ. δεκαπεντ~. ● ΦΡ.: Αύγουστε, καλέ μου μήνα, να 'σουν δυο φορές τον χρόνο & (σπάν.) μακάρι σαν τον Αύγουστο να 'ταν οι μήνες όλοι (παροιμ.): για να δηλωθεί πόσο αγαπητός είναι ο μήνας αυτός, παλαιότ. για την παραγωγή και κατανάλωση άφθονων φρούτων και τα τελευταία ιδ. χρόνια για την ξεγνοιασιά των διακοπών., από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα βλ. Μάρτης, κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο) βλ. καιρός [< μτγν. Aὔγουστος]
εννέα[ἐννέα] εν-νέ-α αριθμητ. απόλ. {άκλ.} & (προφ.) εννιά 1. ο αριθμός 9, σύνολο 9 μονάδων: ~ διά/επί/πλην/συν τρία. ~ ετών. ~ τοις εκατό (9%). ~ προς ένα (9:1).|| (ως επίθ.) ~ ευρώ/κιλά/λεπτά/μήνες/ώρες. 2. (προφ.) ένατος: κεφάλαιο ~. Στη σελίδα ~. Η ομάδα προηγήθηκε στο ~ (= ένατο λεπτό). ● Ουσ.: εννέα & (προφ.) εννιά (το) 1. ο ακέραιος αριθμός 9, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: (ως βαθμός:) Μου έβαλε/πήρα ~.|| Το ~ καρό (: χαρτί της τράπουλας). Μένει/νοσηλεύεται στο ~. Πού κάνει στάση το ~ (: τρόλεϊ); 2. (+ στα/τα) η ηλικία των εννέα ετών: Έκλεισε/πάτησε τα ~. Είναι γύρω/κοντά στα ~. Μπήκε στα ~. 3. το έτος 1909 ή 2009: Γεννήθηκε το ~. ● ΦΡ.: (και/κι) ο μήνας έχει εννιά & εννιά έχει ο μήνας (προφ.): για κάποιον που καλοπερνά χωρίς να τον απασχολεί τίποτα, είτε επειδή είναι αδιάφορος και ανεύθυνος είτε λόγω οικονομικής άνεσης: Κάθονται, τρώνε, πίνουνε ~ ~! [< αρχ. ἐννέα]
μέλιμέ-λι ουσ. (ουδ.) {μελ-ιού (λόγ.) μέλιτος} 1. φυσική, γλυκιά και αρωματική, ημίρευστη θρεπτική ουσία που παράγουν οι μέλισσες του είδους Apis mellifera από το νέκταρ των φυτών ή από διάφορες φυτικές ουσίες: αγνό/βιολογικό/θυμαρίσιο/κρυσταλλωμένο ~. ~ ανθέων ή ανθόμελο (π.χ. ~ πορτοκαλιάς). Σιρόπι ~ιού. ~ από μελιτώματα (π.χ. ~ δάσους (= δασόμελο)/ελάτης, ελάτου (= ελατόμελο)/πεύκου (= πευκόμελο). Βούτυρο με ~ (βλ. μαρμελάδα). Γιαούρτι με ~ και καρύδια. Κουλουράκια/σάκχαρα (βλ. δεξτρόζη)/σάλτσα ~ιού. Φρούτα γλυκά σαν (το) ~. Βλ. βασιλικός πολτός, ρακόμελο, υδρο~. 2. (μτφ.-προφ.) πολύ γλυκός ή ευχάριστος: Τα πορτοκάλια/τα σύκα είναι ~. Βλ. ξίδι.|| Καλά, ~ έχει κι είσαι συνέχεια κοντά της; Λόγια όλο ~. ● Υποκ.: μελάκι (το). ● ΣΥΜΠΛ.: ο μήνας του μέλιτος: περίοδος αρμονίας, ευτυχίας που ακολουθεί έναν γάμο, κατά την οποία πραγματοποιείται συνήθ. το γαμήλιο ταξίδι., το ταξίδι του μέλιτος: το γαμήλιο ταξίδι. ● ΦΡ.: βάζω το δάχτυλο στο μέλι (προφ.): απολαμβάνω, καρπώνομαι κάτι, συνήθ. χρηματικό ποσό: Μυρίστηκαν χρήμα και έσπευσαν να βάλουν ~ ~., μέσα/μες στα μέλια/σιρόπια (μτφ.-προφ.) 1. για νέο, συνήθ., ζευγάρι που εκδηλώνει με έντονο τρόπο τον έρωτά του: Είναι συνέχεια ~ ~ (: αγκαλίτσες, φιλάκια, χαδάκια). Πβ. ζαχάρωμα. 2. (κατ' επέκτ.) για να δηλωθούν πολύ στενές και καλές σχέσεις., να σε κάψω Γιάννη (μου), να σ' αλείψω λάδι/μέλι (παροιμ.): για ενέργεια ή συμπεριφορά αντιφατική, διπρόσωπη ή υποκριτική., (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει μέλι βλ. στάζω, (κολλάω) σαν τη μύγα (μες) στο μέλι βλ. μύγα, αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι βλ. αγάλι, ακρίδες και μέλι (άγριο) βλ. ακρίδα, καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) βλ. γριά, μέλι-γάλα/μέλι και γάλα βλ. γάλα, όλο λάδι/όλο μέλι/μέλι μέλι/λάδι λάδι και από τηγανίτα τίποτα βλ. τηγανίτα, τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι βλ. λόγια, τζάμπα ξίδι, γλυκό σαν μέλι βλ. τζάμπα [< αρχ. μέλι]
μετρώ[μετρῶ] με-τρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μετρ-ά κ. -άει ... | μέτρ-ησα, -ήσει, -ιέται (σπανιότ.) -άται κ. -είται ..., -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & μετράω 1. καθορίζω, υπολογίζω τον συνολικό αριθμό: ~ τις απουσίες/τα κέρδη/τον πληθυσμό (πβ. απογράφω)/τα ρέστα/τους τραυματίες/τα φύλλα της τράπουλας/τα χρήματα/τις ψήφους. ~ ένα-ένα/με τα δάχτυλα/λάθος/σωστά. ~ησα σαράντα άτομα. Να ~ηθούμε να δούμε πόσοι είμαστε. Πβ. κατα~.|| (μτφ.) Είκοσι χρόνια ~άει στο τραγούδι ο γνωστός τραγουδοποιός. ~ούν τέσσερις συνεχόμενες εντός έδρας νίκες. Το συγκρότημα ~άει (= απαριθμεί) πολλές επιτυχίες. Πβ. αριθμώ. 2. υπολογίζω το μέγεθος, την ποσότητα, τον βαθμό, συνήθ. με ειδικό όργανο ή βάσει κάποιας μονάδας μέτρησης: ~ (με ακρίβεια) την απόσταση (μεταξύ δύο σημείων)/το βάρος/τις διαστάσεις (του χώρου)/την ένταση του ήχου/τη θερμοκρασία/την ισχύ/τη μάζα/τον όγκο/την τάση/την ταχύτητα/την υγρασία/το ύψος. ~ με τη μεζούρα. ~ τους σφυγμούς/τους χτύπους της καρδιάς. Ο χρυσός ~ιέται σε καράτια. Οι γωνίες ~ούνται με/σε μοίρες. ~ήθηκαν τα επίπεδα λιπιδίων του αίματος. (προφ.) Με ~ησε ο γιατρός και έχω πίεση (= μου ~ησε, μου πήρε την πίεση).|| Τεστ που ~ά τη νοημοσύνη.|| Ο χρόνος ~άει από τώρα. Κάθε καλάθι ~άει για (= ισοδυναμεί με) δύο πόντους (πβ. πιάνεται). Η ψήφος του προέδρου ~άει διπλά.|| ~ήθηκα (= ζυγίστηκα) και είμαι 62 κιλά. 3. λέω αριθμούς στη σειρά: ~ από το ένα ως το εκατό. Μέτρα ως το δέκα. ~ ανάποδα/αντίστροφα. 4. εξετάζω, εκτιμώ, σταθμίζω: ~ την απόδοση/τις απώλειες/τις δυνάμεις (μου)/τα λάθη μου/τα οφέλη/τις πληγές. Δεν μπορείς να ~άς την αξία κάποιου με οικονομικά κριτήρια.|| ~ιέται η αγάπη; Η συμβολή της στη λογοτεχνία δεν μπορεί να ~ηθεί (= είναι ανεκτίμητη). Πβ. αποτιμώ, ελέγχω, ζυγιάζω, ζυγίζω, λογαριάζω. 5. (μτφ.) αξίζω, θεωρούμαι ή αποδεικνύομαι σημαντικός: Η γνώμη σου/ο λόγος του ~άει πολύ για μένα. Δεν ~άει μόνο η ηλικία στο ... Η κίνηση/σκέψη ~άει και όχι η τιμή του δώρου. Το αποτέλεσμα/η προσπάθεια ~άει. Ξεπέρασε τον κίνδυνο κι αυτό είναι που ~άει. Κάθε λεπτό ~άει. ~ησε η εμπειρία και η καλή άμυνα της ομάδας μας. Τι ~ησε για τη/στη λήψη αυτής της απόφασης; 6. συμπεριλαμβάνω κάποιον ή κάτι σε ένα σύνολο ή συνυπολογίζομαι: ~ησες και τον φίλο μου στους καλεσμένους; Πβ. προσ~, συγκαταλέγω.|| Η εργασία είναι προαιρετική και ~ά θετικά στον τελικό βαθμό. ~ησε ο βαθμός πτυχίου στον διορισμό του. ● μετράει: είναι έγκυρο: Το γκολ/ρεκόρ/τρίποντο δεν ~ησε (= ακυρώθηκε). Η πρώτη προσπάθεια δεν ~άει. ● Παθ.: μετριέμαι: ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι ή συγκρίνομαι με κάποιον ως προς κάτι: ~ηθήκαμε στα ίσια. Έλα να ~θούμε, αν τολμάς! Πβ. ανα~, παραβγαίνω.|| Η χαρά της δημιουργίας δεν ~ιέται με τίποτα άλλο. ● ΦΡ.: μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες 1. (συνήθ. σε περιπτώσεις απόλυσης ή αποπομπής από ένα αξίωμα, θέση ή ολοκλήρωσης μιας θητείας) περιμένω να συμβεί κάτι σύντομα: ~άει ώρες στον πάγκο της Εθνικής/στον προεδρικό θώκο/στον στρατό. 2. (κυρ. για θανατοποινίτη) {στο γ' πρόσ.} πρόκειται να πεθάνει σε μικρό χρονικό διάστημα., μετράω σε κάποιον κάτι (παλαιότ.-προφ., συνήθ. για χρηματικό ποσό): δίνω σε κάποιον ένα σύνολο ομοειδών πραγμάτων, υπολογίζοντας το πλήθος τους επακριβώς ενώπιόν του: Ο αγοραστής τού μέτρησε (: πλήρωσε τοις μετρητοίς) τρεις χιλιάδες ευρώ., μετράω τα λόγια μου (μτφ.): μιλώ συνετά, προσέχω τι λέω: Να ~άς (= μετρημένα) ~ σου. Έχει ευγένεια, ήθος και πάντα ~άει ~ του. Βλ. λίγα λόγια και καλά., μετράω τα σκαλιά/σκαλοπάτια (προφ.): κατρακυλώ σε σκάλα: Γλίστρησε και ~ησε ~., μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες: ανυπομονώ να περάσει ο καιρός: ~ει ~ (μέχρι) να βγει από τη φυλακή/να επιστρέψει/να την ξαναδεί. Πβ. αδημονώ. ΣΥΝ. δεν βλέπω την ώρα να ..., μετράω το κόστος (μτφ.): λαμβάνω υπόψη μου τις συνέπειες: ~ ~ των πράξεών μου., (μετρώ) με τη μεζούρα/με το υποδεκάμετρο βλ. μεζούρα, μετράω προβατάκια/πρόβατα βλ. προβατάκι, μετριούνται/είναι μετρημένοι στα δάχτυλα (του ενός χεριού) βλ. δάχτυλο [< αρχ. μετρῶ]
ΣάββατοΣάβ-βα-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άτου} & (λαϊκό) Σαββάτο: η έβδομη και τελευταία ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή): η αργία του ~άτου. ~ και Κυριακή κλειστά (: για τράπεζες, κρατικές υπηρεσίες). Πλην ~άτου. Βλ. Δευτέρα, Ψυχο~. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλο/Μέγα Σάββατο (συντομ. Μ. Σάββατο): ΕΚΚΛΗΣ. το Σάββατο της Μεγάλης Εβδομάδας, η προηγούμενη ημέρα της Κυριακής του Πάσχα., το Σάββατο του Λαζάρου: ΕΚΚΛΗΣ. η προηγούμενη ημέρα της Κυριακής των Βαΐων, κατά την οποία εορτάζεται η ανάσταση του Λαζάρου. ● ΦΡ.: (μέσα/πάνω) στην τούρλα του Σαββάτου (προφ.): την τελευταία στιγμή., κίνησε ο Εβραίος για το παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο & είπε ο Εβραίος να πάει στο παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο (παροιμ.): όταν κάποιος αποφασίζει να κάνει κάτι που είχε αναβάλει, αλλά τελικά τα σχέδιά του ματαιώνονται, γιατί διάλεξε ακατάλληλη χρονική στιγμή ή έτυχε κάτι απρόβλεπτο., τον μήνα που δεν έχει Σάββατο (συχνά ειρων.): για κάτι που δεν θα γίνει ποτέ: Τα νέα μέτρα θα ληφθούν ~ ~. ΣΥΝ. του Αγίου Ποτέ [< μεσν. Σάββατο, Σαββάτο < μτγν. Σάββατον]
τρέφωτρέ-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έθρε-ψα, θρέ-ψει, τράφ-ηκα, τραφεί, θρεμμένος, τρέφ-οντας} 1. παρέχω τροφή, ταΐζω: Πολλά πουλιά ~ουν τα μικρά τους/~ονται με έντομα. Το μωρό ~εται με γάλα. Δεν ~ονται επαρκώς/καλά/σωστά. Πβ. σιτίζω.|| Το φυτό ~εται μέσω της φωτοσύνθεσης.|| ~ει ζώα (πβ. εκ~). Θρεμμένο μοσχάρι (= καλοθρεμμένο).|| (μτφ.) Η κρέμα ~ει το δέρμα/τα μαλλιά. Ο ύπνος ~ει τον άνθρωπο. Πβ. (ανα)ζωογονώ. 2. συντηρώ, διατρέφω: Τον ~ει ακόμα ο πατέρας του. Έχει τρία παιδιά/στόματα να ~ψει.|| Η παραγωγή τροφίμων είναι αρκετή για να τραφεί ο πληθυσμός της χώρας.|| (μτφ.) Ο φόβος ~ει τον πανικό. Πβ. τροφοδοτώ. ΣΥΝ. ταΐζω (3) 3. (μτφ.-λόγ.) έχω, διατηρώ: ~ει αμφιβολίες/ελπίδες/προσδοκίες/φιλοδοξίες. Δεν ~ουν αυταπάτες/ψευδαισθήσεις.|| ~ (= νιώθω, αισθάνομαι) ιδιαίτερη αγάπη/εκτίμηση/ενδιαφέρον/θαυμασμό/μίσος/(βαθύ) σεβασμό/συμπάθεια για ... 4. (μτφ.) γαλουχώ: ~ηκαν με τις αρχές/τα ιδανικά/τις ιδέες/το όραμα/τις παραδόσεις ... 5. (σπάν., συνήθ. ειρων.) αφήνω να μεγαλώσει: ~ει γενειάδα. 6. (μτφ.-λαϊκό) επουλώνομαι: ~ψε η πληγή/το τραύμα. ● ΦΡ.: ο μήνας που τρέφει τους έντεκα (παροιμ.): χρονικό διάστημα που αποφέρει μεγάλα οικονομικά κέρδη και δίνει την ευκαιρία για απραξία τον υπόλοιπο καιρό., βρήκε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα βλ. μήνας, τρέφεται από τις σάρκες (κάποιου) βλ. σάρκα, τρέφω αισθήματα (για κάποιον) βλ. αίσθημα ● βλ. θρέφω [< 1, 2: αρχ. τρέφω]
χρόνοςχρό-νος ουσ. (αρσ.) {χρόν-οι κ. ουδ. -ια} 1. ΦΥΣ. διάσταση η οποία εκφράζει ακολουθία γεγονότων που εκδηλώνονται στις διαστάσεις του χώρου: συντονισμένος παγκόσμιος ~ (: βάσει της ώρας Γκρίνουιτς). ~ ζώνης (: ο ~ κάθε χώρας, ο οποίος διαφέρει συνήθ. από τον παγκόσμιο κατά μία ή περισσότερες ώρες). Επίγειος ~ (: βάσει της κίνησης των σωμάτων του ηλιακού συστήματος).|| (ΦΥΣ.) Η διαστολή/έννοια/σχετικότητα του ~ου. Ανάλυση/μέτρηση του ~ου. Μεταβολή συναρτήσει του ~ου. Βλ. χωρόχρονος.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Διεθνής ατομικός ~ (: με βάση το δευτερόλεπτο). 2. (γενικότ.) αλληλουχία γεγονότων: τα ίχνη/η ροή/τα σημάδια του ~ου. Με την πάροδο/το πέρασμα του ~ου ... (μτφ.) Ο ~ δεν γυρνά πίσω/είναι ο καλύτερος γιατρός (: απαλύνει τον πόνο)/κυλά/σταμάτησε τη στιγμή που .../τρέχει (: περνάει γρήγορα)/φεύγει. Ο ~ θα δείξει αν ... Ομορφιά ανεξίτηλη στον ~ο. Βλ. παρόν, παρελθόν, μέλλον. 3. διάστημα αόριστο ή σαφώς προσδιορισμένο, το οποίο μεσολαβεί μεταξύ δύο συμβάντων ή διατίθεται, για να γίνει κάτι: Πέρασε πολύς ~ από τότε που ...|| Ανεκμετάλλευτος/χαμένος ~. Εξοικονόμηση/στενότητα ~ου. Οργάνωση του ~ου. Ο ~ δεν μας παίρνει/φτάνει. Μας πιέζει ο ~. Δεν υπάρχει ~ για χάσιμο. Χάθηκε πολύτιμος ~. Ελλείψει ~ου και χρήματος δεν θα έρθουμε. Εξαντλώ τον ~ο (: τα χρονικά περιθώρια). Έχω άφθονο ~ο στη διάθεσή μου. Δώσε μου λίγο ~ο. Πώς περνάς τον ~ο σου; Εκμεταλλεύομαι σωστά/σπαταλώ τον ~ο μου. Δεν θα μου πάρει πολύ ~ο να ... (μτφ.) Μάχη με τον ~ο.|| (σε εξέταση:) Πόσο ~ο έχουμε (ακόμα); Τέλος ~ου. Πβ. καιρός, ώρα. 4. διάρκεια ενέργειας: (μέσος/συνολικός) ~ αναμονής/εξυπηρέτησης/επεξεργασίας/ζωής/φοίτησης. Συμβατικός ~ μίσθωσης. Δωρεάν ~ πρόσβασης στο ίντερνετ. Σύμβαση αορίστου ~ου. Αύξηση του εβδομαδιαίου εργάσιμου ~ου. Ανανέωση/κάρτες προπληρωμένου ~ου ομιλίας. 5. συγκεκριμένο χρονικό σημείο εκδήλωσης ή εκτέλεσης ενέργειας: ο ~ άφιξης/εκκίνησης υπολογιστή/λήξης. Οι ακριβείς ~οι των δρομολογίων. Τήρηση των συμφωνημένων ~ων παράδοσης. Πβ. ημερομηνία, ώρα.|| Ανακοίνωση του τόπου και του ~ου διεξαγωγής του συνεδρίου. Καθυστερήσεις στους ~ους πληρωμής.|| Ποιον ~ο ιδρύθηκε το ... Πβ. χρονιά.|| Έφτασε/ήρθε ο ~ για ... Πβ. στιγμή. 6. έτος: ο ~ έκδοσης του βιβλίου (: η χρονολογία). Η μεγαλύτερη μέρα/οι εποχές/οι μήνες του ~ου. Αλλαγή του ~ου. Μια φορά τον ~ο ... Όλο τον ~ο ... Πλασματικοί ~οι ασφάλισης. Εορτασμός των ... ~ων από ... Διάρκεια/περίοδος/συμβόλαιο/φυλάκιση ... ~ων. Πέρασε ένας ολόκληρος ~ από ... Είναι ο δεύτερος ~ μου στη δουλειά. Έβδομος ~ λειτουργίας της σχολής. Πού θ' αλλάξετε ~ο (: θα κάνετε Πρωτοχρονιά);|| (στην αρχή του έτους) Εύχομαι ο καινούργιος/νέος ~ να φέρει υγεία! Έθιμα για το καλό του ~ου. Πβ. χρονιά. 7. ΓΡΑΜΜ. γραμματική κατηγορία του ρήματος που δηλώνει τη χρονική βαθμίδα (παρελθόν, παρόν, μέλλον) και το ποιόν ενεργείας (συνοπτικό, εξακολουθητικό, συντελεσμένο): ενεστωτικός/παροντικός ~. Στιγμιαίοι ~οι.|| (ως προς τον σχηματισμό τους:) Απλοί/περιφραστικοί ~οι.|| Οι αρχικοί ~οι του ρήματος. 8. ΑΘΛ. η ταχύτητα με την οποία ένας αθλητής καλύπτει δεδομένη απόσταση· επίδοση: αργός/γρήγορος/μέτριος ~. Δεν έπιασε/πέτυχε (καθόλου) καλό ~ο. Έκανε τον καλύτερο/ταχύτερο ~ο. Βελτιώνω τους ~ους μου. 9. ΜΟΥΣ. μονάδα μέτρησης μουσικών έργων, η οποία αντιστοιχεί σε έναν χτύπο· (στη βυζαντινή μουσική) διάρκεια φθόγγου: ρυθμικός ~. Ένδειξη ~ου (στην αρχή της σύνθεσης).|| (μέτρο:) Κομμάτι σε ~ο 2/4. Κρατώ τον ~ο.|| (τέμπο:) Σε αργό/γρήγορο ~ο.|| Απλός/ελάχιστος/σύνθετος ~. 10. διδακτικό έτος: στον τρίτο ~ο της φοίτησής του. Οι σπουδές διαρκούν ... ~ια. ● χρόνια (τα) 1. διάστημα συγκεκριμένων ετών: τα πρώτα/τελευταία ~ της ζωής του ... Τα περασμένα/προηγούμενα ~. Δύο ~ εγγύηση/κάθειρξη. Πέντε ~ παρουσίας/προσφοράς. Σύνταξη στα ... ~. Μέσα σε λίγα ~. Για τα επόμενα ~. Συμπληρώθηκαν ... ~ από ... Πώς περνούν τα ~; Πόσα ~ έχεις να τον δεις;|| (ηλικία:) Τα ~ βαραίνουν στις πλάτες του (: είναι ηλικιωμένος). Αχ και να 'χα τα ~ σου (: τα νιάτα σου)! 2. περίοδος ετών, στη ζωή κάποιου ή στην ανθρώπινη ιστορία: δύσκολα/χαρούμενα ~. Τα νεανικά/μαθητικά ~. Τα ~ της ωριμότητας (= η εποχή). Στα ~ μου, ... (: όταν ήμουν νέος).|| Τα παλιά τα ~ ... Πβ. καιρός., χρόνοι (οι): περίοδος ετών: κρίσιμοι ~. Ευρήματα των αλεξανδρινών/(ελληνο)ρωμαϊκών ~ων. Πβ. εποχή, καιρός., χρόνων & (προφ.) χρονών: για δήλωση ηλικίας· ετών: παιδί δέκα ~. Είναι πάνω από ... ~. Πόσων ~ είσαι; Έγινε ... ~.|| Αμάξι/σπίτι ... ~. ● Υποκ.: χρονάκια (τα), χρονάκος (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: άγουρα χρόνια: η παιδική και κυρ. η εφηβική περίοδος της ζωής., αίσθηση του χρόνου: αντίληψη του χρόνου: ανεπτυγμένη ~ ~. Δεν έχει καμία ~ ~. Βλ. αίσθηση του χώρου., ελεύθερος χρόνος: οι ώρες της ημέρας που δεν προορίζονται για εργασία ή ύπνο: ασχολίες/διαχείριση του/δραστηριότητες/έλλειψη ~ου ~ου. Η βιομηχανία του ~ου ~ου. Αυξάνεται/μειώνεται ο ~ ~. Αξιοποιώ δημιουργικά/αφιερώνω/διαθέτω τον ~ο ~ο μου στα βιβλία/στη γυμναστική. Εγκαταστάσεις ~ου ~ου και αθλητισμού. Τι κάνεις στον ~ο ~ο σου; Δεν έχει καθόλου ~ο ~ο. Βλ. ανάπαυση, διασκέδαση, ψυχαγωγία., πραγματικός χρόνος 1. ΠΛΗΡΟΦ. πραγματική διάρκεια επεξεργασίας δεδομένων: ~ ~ εγκατάστασης/λήψης (αρχείου). Κινούμενη εικόνα σε ~ό ~ο.|| (τώρα, ζωντανά, άμεσα:) Ενημέρωση/επικοινωνία/τηλεδιάσκεψη ~ού ~ου/που γίνεται σε ~ό ~ο (μέσω δορυφόρου). Θέσεις πλοίων/κίνηση στους δρόμους σε ~ό ~ο. 2. αληθινή διάρκεια: ο ~ ~ της συνομιλίας. Ο ελάχιστος/μέσος ~ ~ απασχόλησης/ασφάλισης/εργασίας/προϋπηρεσίας. Οι ~οί ~οι ολοκλήρωσης του έργου. [< 1: αγγλ. real time, 1953] , ακολουθία των χρόνων βλ. ακολουθία, ανενεργός χρόνος βλ. ανενεργός, άνεση χρόνου βλ. άνεση, αρκτικοί χρόνοι βλ. αρκτικός2, αστρικός χρόνος βλ. αστρικός, γεωμετρική εποχή/περίοδος βλ. γεωμετρικός, ηλιακός χρόνος βλ. ηλιακός, ηρωική εποχή/ηρωικά χρόνια βλ. ηρωικός, ιστορικοί χρόνοι βλ. ιστορικός, μελλοντικοί χρόνοι βλ. μελλοντικός, Μέσοι Χρόνοι βλ. μέσος, μηχανή του χρόνου βλ. μηχανή, μολυβένια χρόνια βλ. μολυβένιος, πανδαμάτωρ χρόνος βλ. πανδαμάτωρ, πέτρινα χρόνια βλ. πέτρινος, πίστωση χρόνου βλ. πίστωση, σκοτεινοί χρόνοι βλ. σκοτεινός, σκότωμα του χρόνου/της ώρας βλ. σκότωμα, το πλήρωμα του χρόνου βλ. πλήρωμα, χρόνος υποδιπλασιασμού βλ. υποδιπλασιασμός ● ΦΡ.: (είναι) χρόνια μπροστά (προφ.): είναι προχωρημένος, αναπτυγμένος: ~ ~ στην τεχνολογία. Ο άνθρωπος είναι ~ ~ (= μπροστάρης, πρωτοπόρος)., εκτός χρόνου: έξω από τα χρονικά όρια: (ΑΘΛ.) βολή ~ ~. Βγήκε ~ ~., εντός χρόνου: μέσα στο καθορισμένο χρονικό περιθώριο: Τερμάτισε ~ ~. Είμαστε ~ ~. Τα πάντα έγιναν ~ ~ και προγραμματισμού/προϋπολογισμού., η πατίνα του χρόνου: τα σημάδια που αφήνει ο χρόνος σε διάφορα αντικείμενα ή πρόσωπα· κατ΄επέκτ. το πέρασμα του χρόνου. [< γαλλ. la patine du temps] , θέμα/ζήτημα χρόνου: για κάτι που θα συμβεί οπωσδήποτε: Η επιχείρηση παραπαίει και είναι/θεωρείται ~ ~ να βάλει λουκέτο., και του χρόνου! (ευχετ.): (μακάρι να εορτασθεί ξανά ή συνεχιστεί κάτι ευχάριστο) και την επόμενη χρονιά: Άντε, ~ ~ να 'μαστε καλά, να ξαναβρεθούμε! ~ ~ με υγεία! Χρόνια πολλά! ~ ~!, με τα χρόνια: με την πάροδο του χρόνου. Πβ. με την ηλικία., ο χρόνος δεν πέρασε από πάνω του (προφ.): για άνθρωπο κάποιας ηλικίας που δείχνει νέος., ο χρόνος δουλεύει/εργάζεται για/υπέρ/σε βάρος μας (προφ.): ο καιρός που περνά λειτουργεί προς όφελός μας ή εναντίον μας: Όσο καθυστερούν, ~ δουλεύει υπέρ μας., όσα/ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα/το φέρνει ο χρόνος (όλος) (παροιμ.): σε μια μόνο στιγμή μπορούν να συμβούν τα πιο απροσδόκητα και συνήθ. δυσάρεστα πράγματα., παίρνει/τρώει χρόνο: (συνήθ. προς δήλωση δυσαρέσκειας) διαρκεί πολύ χρόνο μέχρι να υλοποιηθεί, είναι χρονοβόρο: Η διαδικασία μας έφαγε/πήρε πολύ ~. Δεν θα φάω τον πολύτιμο ~ σου., παίρνουν (κάποιον) τα χρόνια (προφ.): γερνά: Δεν μας έχουν πάρει (και) ~ (ακόμα). Νέοι είμαστε., πάνω στον χρόνο (προφ.) 1. λίγο πριν από τη συμπλήρωση ενός έτους ή αμέσως μετά από αυτή: Το μηχάνημα χάλασε ~ ~. 2. λίγο πριν από το τέλος του διαθέσιμου χρόνου ή τη στιγμή της λήξης του: Παρέδωσε το γραπτό του ~ ~., πίεση χρόνου: περιορισμένα χρονικά περιθώρια: Έχουμε/υπάρχει ασφυκτική ~ ~. Εργαζόμαστε κάτω από/με/υπό μεγάλη ~ ~. ΑΝΤ. άνεση χρόνου, σε χρόνο ρεκόρ/μηδέν/ντε τε/εξπρές: πάρα πολύ γρήγορα, αμέσως: Ετοιμάστηκε/ήρθε ~ ~. Τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν ~ ρεκόρ. Ο κρατικός μηχανισμός κινητοποιήθηκε ~ ~. ΣΥΝ. πατ κιουτ, στο άψε σβήσε, στο πι και φι, στον χρόνο: στο παρελθόν, κατά τη διάρκεια των χρονικών περιόδων που προηγήθηκαν, στην πάροδο των ετών: αναδρομή/ταξίδι ~ ~. Τοπίο αναλλοίωτο ~ ~.|| Σχέση που αντέχει ~ ~., συν τω χρόνω (λόγ.): με το πέρασμα του καιρού: μειωμένη κίνηση ~ ~. Το κτίριο ~ ~ υπέστη φθορές. Τα προβλήματα αυξάνονται ~ ~. ΣΥΝ. προϊόντος του χρόνου, τα έχει τα χρονάκια του! (προφ.): δεν είναι τόσο νέος ή καινούργιος όσο δείχνει: Μη νομίζεις, ~ της!|| Ο υπολογιστής σου ~ ~., του χρόνου: την επόμενη χρονιά: Το ανέβαλαν/κανόνισαν για ~ ~. Βλ. φέτος, πέρυσι., χρόνια πολλά!: ευχή σε εορτάζοντα ή επ΄ευκαιρία επετείου ή θρησκευτικής εορτής· να ζήσεις πολλά χρόνια: ~ ~ και καλά! ~ ~ με υγεία και χαρά! ~ ~ και καλή χρονιά! ~ ~, να σε χαιρόμαστε! ~ ~ σε όσους γιορτάζουν! Βλ. εις πολλά έτη/έτη πολλά, να ζήσεις!, να τα εκατοστίσεις, να τα χιλιάσεις!, χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει: προς δήλωση συνήθ. αρνητικής κατάστασης, η οποία μένει αναλλοίωτη με την πάροδο του χρόνου: ~ ~, πάντα η ίδια ιστορία. Βλ. μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει., χρόνου φείδου (αρχ. γνωμ.): να εκμεταλλεύεσαι σωστά τον χρόνο σου, να μην τον σπαταλάς άσκοπα., (μέσα) σε εύλογο χρόνο βλ. εύλογος, αγοράζω χρόνο βλ. αγοράζω, από αρχαιοτάτων χρόνων βλ. αρχαίος, εκτός τόπου και χρόνου βλ. εκτός, κάθε χρόνο τέτοια μέρα βλ. μέρα, και του χρόνου διπλός/διπλή! βλ. διπλός, κακό χρόνο να 'χεις! βλ. κακός, κερδίζω (τον) χαμένο χρόνο βλ. κερδίζω, κερδίζω χρόνο βλ. κερδίζω, μας άφησε χρόνους βλ. αφήνω, με βάθος χρόνου βλ. βάθος, ο έρως/έρωτας χρόνια δεν κοιτά βλ. έρως, ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται βλ. κλέφτης, ο χρόνος είναι χρήμα βλ. χρήμα, πάρ' τον στον γάμο σου να σου πει «και του χρόνου» βλ. γάμος, προ/από αμνημονεύτων ετών/χρόνων βλ. αμνημόνευτος, προϊόντος του χρόνου βλ. προϊών, ροκανίζω τον χρόνο βλ. ροκανίζω, σαπουνίζοντας γουρούνι χάνεις χρόνο και σαπούνι βλ. γουρούνι, σαράντα χρόνια φούρναρης βλ. φούρναρης, σε ανύποπτο χρόνο βλ. ανύποπτος, σε βάθος χρόνου βλ. βάθος, σε εύθετο χρόνο βλ. εύθετος, τα βάθη του χρόνου/των αιώνων βλ. βάθος, τον κυνηγάει ο χρόνος βλ. κυνηγώ, χάνω τον καιρό μου/το(ν) χρόνο μου/την ώρα μου βλ. χάνω, χάσιμο χρόνου βλ. χάσιμο, χίλια/πολλά χρόνια θα ζήσεις! βλ. χίλιοι, χρόνια στο κουρμπέτι βλ. κουρμπέτι, χρόνια/καιρούς και ζαμάνια βλ. ζαμάνια [< 1-5,8: αρχ. χρόνος, γαλλ. temps 7,9: μτγν. χρόνος]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ