μήτρα μή-τρα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. κοίλο μυώδες όργανο στην πυελική κοιλότητα της γυναίκας και των υπόλοιπων θηλυκών θηλαστικών, όπου αναπτύσσεται το γονιμοποιημένο ωράριο και διατρέφεται το έμβρυο μέχρι τη γέννησή του: διπλή/τεχνητή ~. Αιμορραγία/αφαίρεση/διάτρηση/έλλειψη/ινομυώματα/οι μύες/πρόπτωση/ρήξη/σύσπαση/τοιχώματα/υπερηχογράφημα ~ας. Καρκίνος (του τραχήλου) της ~ας. Βλ. αιδοίο, κόλπος, μυομήτριο.2. καλούπι: ~ δίσκου. Μεταλλικές/πήλινες ~ες. ~ες κεραμικών/χαρακτικών.3. ΜΑΘ. διάταξη στοιχείων ή αριθμών σε γραμμές και στήλες τετραγωνικής ή ορθογωνικής μορφής: αντίστροφη ~. Διάγραμμα/ίχνος/ορίζουσα/πολυώνυμα ~ας.4. (μτφ.) ό,τι δημιουργεί, διαμορφώνει κάτι άλλο: ~ του πολιτισμού.5. ΝΑΥΤ. (σπάν.) νήμα σχοινιού γύρω από το οποίο πλέκονται τα υπόλοιπα νήματά του: τρίκλωνη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δανεική/παρένθετη/ανάδοχη μήτρα: μήτρα γυναίκας που κυοφορεί για λογαριασμό υπογόνιμου ζευγαριού: εμφύτευση εμβρύου σε ~ ~. Βλ. παρένθετη μητρότητα., αδράνεια της μήτρας βλ. αδράνεια, δίκερη/δίκερος μήτρα βλ. δίκερος, μονόκερος/-η μήτρα βλ. μονόκερος, παλινδρόμηση της μήτρας βλ. παλινδρόμηση [< 1: αρχ. μήτρα, γαλλ. utérus 2,3: γαλλ. matrice 4: μτγν. ~]
αδράνεια
αδράνεια[ἀδράνεια] α-δρά-νει-α ουσ. (θηλ.) 1. απουσία δραστηριοποίησης, απραξία, ακινησία: γραφειοκρατική/επενδυτική/επιχειρηματική/κυβερνητική/πλήρης/πνευματική/ψυχική ~ (= αποτελμάτωση, τέλμα). ~ του δημόσιου τομέα (= στασιμότητα). Οπισθοδρόμηση και ~ στην υλοποίηση αναπτυξιακών έργων. Καταδικάζω/πέφτω σε ~. Τρόποι για να βγείτε από την ~. Πβ. νωθρότητα. Βλ. αποχαύνωση, παθητικότητα.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ της βούλησης/μνήμης/σκέψης. ΑΝΤ. ενεργητικότητα, ενεργοποίηση (2) 2. ΦΥΣ. μηχανική ιδιότητα ενός σώματος να αντιστέκεται σε μεταβολές στην κινητική του κατάσταση λόγω του όγκου και της μάζας του: θερμική ~. Ακτίνα/άξονας/ροπή ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: αδράνεια της μήτρας: ΙΑΤΡ. νωθρότητα των συσπάσεών της κατά τον τοκετό και κατ' επέκτ. η απουσία ωδινών: πρωτοπαθής ~ ~. Βλ. δυστοκία., αρχή της αδράνειας: ΦΥΣ. αρχή της Μηχανικής σύμφωνα με την οποία ένα σώμα στο οποίο δεν επιδρούν δυνάμεις διατηρεί την κατάσταση κίνησης στην οποία βρίσκεται., δύναμη της αδράνειας: ΦΥΣ. αδράνεια. || (μτφ.) Η ~ ~ συντελεί ώστε να διαιωνίζονται τα κακώς κείμενα. [< μτγν. ἀδράνεια, γαλλ. inertie]
αιδοίο
αιδοίο[αἰδοῖο] αι-δοί-ο ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. τα εξωτερικά γυναικεία γεννητικά όργανα (: εφηβαίο, κλειτορίδα, μεγάλα και μικρά χείλη). Πβ. μουνί, σχισμή. ● αιδοία (τα) (σπάν.-γενικότ.): τα ανθρώπινα γεννητικά όργανα. [< αρχ. αἰδοῖον]
δίκερος
δίκερος, ος/η, ο δί-κε-ρος επίθ.: που έχει δύο κέρατα ή δύο τμήματα: ~ο: βόδι. Βλ. μονόκερως.|| ~ο: αμόνι. Βλ. διχαλωτός. ● ΣΥΜΠΛ.: δίκερη/δίκερος μήτρα & (σπάν.) διθάλαμη μήτρα: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. συγγενής ανωμαλία της διάπλασης της μήτρας, η οποία έχει δύο μητρικά κέρατα μερικώς ενωμένα που καταλήγουν σε έναν κοινό τράχηλο. [< αρχ. δίκερως]
μονόκερος
μονόκερος, ος/η, ο μο-νό-κε-ρος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μονόκερος/-η μήτρα: ΙΑΤΡ. συγγενής ανωμαλία της διάπλασης της μήτρας που συνδέεται με την ύπαρξη μιας σάλπιγγας. Βλ. δίκερος.
παλινδρόμηση
παλινδρόμησηπα-λιν-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΜΗΧΑΝ. εναλλάξ κίνηση τμήματος μηχανής προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις στον ίδιο άξονα και κατ' επέκτ. κάθε αντίστοιχη κίνηση. ΣΥΝ. παλινδρομική κίνηση 2. ΙΑΤΡ. διαταραχή κάθε βαλβιδικού μηχανισμού σε κοίλα όργανα, με αποτέλεσμα την κίνηση των υγρών τους προς τα πίσω ή αντίθετα προς τη συνηθισμένη κατεύθυνση ροής τους: ~ ούρων.3. (μτφ.) αμφιταλάντευση· επιστροφή σε προηγούμενη (συνήθ. χειρότερη) κατάσταση, θέση: Παρά τις συνεχείς ~ήσεις, το ζήτημα λύθηκε. Πβ. υπαναχώρηση.|| ~ στο παρελθόν. Η αμφισβήτηση των δικαιωμάτων των γυναικών αποτελεί ~. Πβ. οπισθοδρόμηση.4. ΨΥΧΑΝ. μηχανισμός άμυνας που συνίσταται στην επιστροφή του υποκειμένου σε προηγούμενους, συνήθ. παιδικούς, τρόπους σκέψης ή συμπεριφοράς. 5. ΣΤΑΤΙΣΤ. σχέση συνάρτησης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ποσοτικών μεταβλητών: γραμμική/λογιστική/πολλαπλή/στατιστική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: παλινδρόμηση της μήτρας: ΙΑΤΡ. σταδιακή επαναφορά της μήτρας στο φυσιολογικό της μέγεθος μετά τον τοκετό., γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση βλ. γαστροοισοφαγικός [< μεσν. παλινδρόμησις 'επαναφορά', γαλλ. recul 2,3: γαλλ. reflux 4: γαλλ. régression 5: αγγλ. regression]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.