Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • μίζα μί-ζα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) παράνομη συνήθ. προμήθεια, μερίδιο κέρδους από μεγάλη αγοραπωλησία ή εκδούλευση: Πήρε γερή ~. Ζητούσε ~ δέκα τοις εκατό. Σκάνδαλο με ~ες. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. ηλεκτρικός μηχανισμός που προκαλεί την εκκίνηση των μηχανών εσωτερικής καύσης: εξωτερική ~. ΣΥΝ. εκκινητής 3. το χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάθε παίκτης, για να συμμετάσχει σε χαρτοπαιξία ή άλλο τυχερό παιχνίδι: αρχική ~. ΣΥΝ. κάβα (3) [< γαλλ. mise]
  • μιζαδόρος μι-ζα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που παίρνει μίζα, μερίδιο κέρδους από εμπορικές συναλλαγές ή παράνομες εκδουλεύσεις. Βλ. -αδόρος.
  • μιζανπλί & μιζαμπλί μι-ζαν-πλί ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: είδος γυναικείου χτενίσματος στο οποίο τα βρεγμένα μαλλιά τυλίγονται, ώστε να φορμαριστούν μετά το στέγνωμα: ~ με ρόλεϊ. [< γαλλ. mise en plis]

-αδόρος

-αδόρος{σπάν. στο θηλ. -αδόρα, -αδόρισσα} (λαϊκό) επίθημα που δηλώνει 1. (αρνητ.-μειωτ.) άτομο με παράνομη δραστηριότητα: κομπιν~/μιζ~/μπουκ~/σπεκουλ~/τσιλι~.|| (για κακή συνήθεια:) Tζογ~/τρακ~ (βλ. -ατζής).|| Αβαντ~ (βλ. αβανταδόρικος). 2. άνθρωπο με ιδιαίτερη ικανότητα σε κάτι: ταβλ~.|| Ατακ~/κουμαντ~. 3. επάγγελμα: γυψ~/παρκ~/πιτσ~/τορν~. 4. αντικείμενο, εργαλείο ή μηχάνημα: μαρκ~. Kοτσ~/φρεζ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.