μίζα μί-ζα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) παράνομη συνήθ. προμήθεια, μερίδιο κέρδους από μεγάλη αγοραπωλησία ή εκδούλευση: Πήρε γερή ~. Ζητούσε ~ δέκα τοις εκατό. Σκάνδαλο με ~ες.2. ΜΗΧΑΝΟΛ. ηλεκτρικός μηχανισμός που προκαλεί την εκκίνηση των μηχανών εσωτερικής καύσης: εξωτερική ~. ΣΥΝ. εκκινητής 3. το χρηματικό ποσό που καταβάλλει κάθε παίκτης, για να συμμετάσχει σε χαρτοπαιξία ή άλλο τυχερό παιχνίδι: αρχική ~. ΣΥΝ. κάβα (3) [< γαλλ. mise]
μιζαδόρος μι-ζα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που παίρνει μίζα, μερίδιο κέρδους από εμπορικές συναλλαγές ή παράνομες εκδουλεύσεις. Βλ. -αδόρος.
μιζανπλί & μιζαμπλί μι-ζαν-πλί ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: είδος γυναικείου χτενίσματος στο οποίο τα βρεγμένα μαλλιά τυλίγονται, ώστε να φορμαριστούν μετά το στέγνωμα: ~ με ρόλεϊ. [< γαλλ. mise en plis]
-αδόρος
-αδόρος{σπάν. στο θηλ. -αδόρα, -αδόρισσα} (λαϊκό) επίθημα που δηλώνει 1. (αρνητ.-μειωτ.) άτομο με παράνομη δραστηριότητα: κομπιν~/μιζ~/μπουκ~/σπεκουλ~/τσιλι~.|| (για κακή συνήθεια:) Tζογ~/τρακ~ (βλ. -ατζής).|| Αβαντ~ (βλ. αβανταδόρικος).2. άνθρωπο με ιδιαίτερη ικανότητα σε κάτι: ταβλ~.|| Ατακ~/κουμαντ~.3. επάγγελμα: γυψ~/παρκ~/πιτσ~/τορν~.4. αντικείμενο, εργαλείο ή μηχάνημα: μαρκ~. Kοτσ~/φρεζ~.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.