Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • μίτινγκ μί-τινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αθλητική διοργάνωση και γενικότ. επίσημη συνάντηση προσώπων για επαγγελματικούς λόγους: ~ ενόργανης/ρυθμικής γυμναστικής/κολύμβησης. Διεθνές ~ ανοιχτού/κλειστού στίβου.|| (προφ.) ~ με πελάτες (= ραντεβού). [< αγγλ. meeting]