Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μαδώ [μαδῶ] μα-δώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μαδ-ά κ. άει... | μάδ-ησα, -ιέται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & μαδάω 1. ξεπουπουλιάζω, ξεμαλλιάζω, αφαιρώ φύλλα ή άνθη φυτού. 2. (μτφ.) αποσπώ μεγάλο χρηματικό ποσό, συνήθ. με αθέμιτο τρόπο: Έχει ~ήσει την εταιρεία με τις κομπίνες του. Τον θάμπωσε με την ομορφιά της και τον ~ησε κανονικά. Τον ~ησαν στα χαρτιά.|| (κατ' επέκτ.) Τους ~ησε η οικονομική κρίση. ΣΥΝ. απομυζώ (1), γδύνω (2), ξεπουπουλιάζω (2) 3. (μτφ.) νικώ τον αντίπαλο σε ομαδικό άθλημα, συνήθ. στο ποδόσφαιρο. ● μαδά & μαδάει: (συνήθ. για ζώο) χάνει τρίχες ή φτερά· σπανιότ. (για άνθρωπο) έχει τριχόπτωση· (για φυτό) ρίχνει τα φύλλα ή τα άνθη: Η γάτα/ο σκύλος/το καναρίνι μου ~ συνέχεια. Τα πρόβατα αρρώστησαν και ~ησαν (= έπεσαν) τα μαλλιά τους.|| Τελευταία ~ υπερβολικά.|| Το γιασεμί ~ σιγά-σιγά και μαραίνεται. Πβ. φυλλορροεί.|| (κατ' επέκτ.) Το πουλόβερ ~ (= χνουδιάζει). ● ΦΡ.: μαδάω τη μαργαρίτα {συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. (μτφ.) προσπαθώ να μαντέψω ή βρίσκομαι σε δίλημμα: ~ει ~ για το αν θα διατηρήσει ή θα χάσει τη θέση του. 2. αφαιρώ ένα ένα τα πέταλά της: O ερωτευμένος ~ει ~ και αναρωτιέται: «μ' αγαπάει, δε μ' αγαπάει;». [< γαλλ. effeuiller la marguerite] [< μτγν. μαδῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.