μαδώ [μαδῶ] μα-δώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μαδ-ά κ. άει... | μάδ-ησα, -ιέται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & μαδάω 1. ξεπουπουλιάζω, ξεμαλλιάζω, αφαιρώ φύλλα ή άνθη φυτού. 2. (μτφ.) αποσπώ μεγάλο χρηματικό ποσό, συνήθ. με αθέμιτο τρόπο: Έχει ~ήσει την εταιρεία με τις κομπίνες του. Τον θάμπωσε με την ομορφιά της και τον ~ησε κανονικά. Τον ~ησαν στα χαρτιά.|| (κατ' επέκτ.) Τους ~ησε η οικονομική κρίση. ΣΥΝ. απομυζώ (1), γδύνω (2), ξεπουπουλιάζω (2) 3. (μτφ.) νικώ τον αντίπαλο σε ομαδικό άθλημα, συνήθ. στο ποδόσφαιρο. ● μαδά & μαδάει: (συνήθ. για ζώο) χάνει τρίχες ή φτερά· σπανιότ. (για άνθρωπο) έχει τριχόπτωση· (για φυτό) ρίχνει τα φύλλα ή τα άνθη: Η γάτα/ο σκύλος/το καναρίνι μου ~ συνέχεια. Τα πρόβατα αρρώστησαν και ~ησαν (= έπεσαν) τα μαλλιά τους.|| Τελευταία ~ υπερβολικά.|| Το γιασεμί ~ σιγά-σιγά και μαραίνεται. Πβ. φυλλορροεί.|| (κατ' επέκτ.) Το πουλόβερ ~ (= χνουδιάζει). ● ΦΡ.: μαδάω τη μαργαρίτα {συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. (μτφ.) προσπαθώ να μαντέψω ή βρίσκομαι σε δίλημμα: ~ει ~ για το αν θα διατηρήσει ή θα χάσει τη θέση του.2. αφαιρώ ένα ένα τα πέταλά της: O ερωτευμένος ~ει ~ και αναρωτιέται: «μ' αγαπάει, δε μ' αγαπάει;». [< γαλλ. effeuiller la marguerite] [< μτγν. μαδῶ]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.