Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μακραίνω μα-κραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μάκρ-υνα, -ύνει, μακραίν-οντας} 1. κάνω κάτι πιο μακρύ ή γίνομαι μακρύτερος: ~ την κουρτίνα/τα μανίκια/το παντελόνι/τη φούστα. ΑΝΤ. κονταίνω.|| Τα γένια/τα μαλλιά/τα νύχια ~υναν.|| ~ει μέρα με τη μέρα ο κατάλογος των ανέργων (= μεγαλώνει). 2. επιμηκύνω κάτι ως προς τη διάρκεια ή παρατείνομαι χρονικά: Το γέλιο ~ει τη ζωή. Κάποιοι ~ουν (= τραβούν σε μάκρος) την υπόθεση εσκεμμένα ή από αμέλεια. Βλ. συντομεύω.|| Το ταξίδι του ~ει και δεν λέει να επιστρέψει. Καθώς η άνοιξη προχωρά, ~ει η μέρα. 3. (λογοτ.) απομακρύνομαι: Το κύμα ~ει κι επιστρέφει. Η σκέψη μου ~ει σε ανεξερεύνητες κατευθύνσεις. ΣΥΝ. ξεμακραίνω (1) ΑΝΤ. ζυγώνω [< μεσν. μακραίνω]

συντομεύω

συντομεύωσυ-ντο-μεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συντόμευ-σα, συντομεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, συντομεύ-οντας} 1. μειώνω, περιορίζω: ~ κείμενο/λόγο/ομιλία. Η διάνοιξη του νέου δρόμου ~ει (= ελαττώνει, μικραίνει) την απόσταση. Φάρμακο που ~ει την διάρκεια θεραπείας. Ο υπουργός ~σε την επίσκεψή του λόγω των συνθηκών. ΑΝΤ. μακραίνω (2), παρατείνω 2. ενεργώ γρήγορα, επισπεύδω: Ας ~ουμε (: βιαστούμε), γιατί θα χάσουμε το πλοίο. Συντόμευε με τη διήγησή σου. (επιτατ.) ~ετε παρακαλώ! Πβ. (επι)ταχύνω. ● βλ. συντομευμένος [< μτγν. συντομεύω ‘συντέμω, συγκόπτω’, γαλλ. abréger]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.