μακραίνω μα-κραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μάκρ-υνα, -ύνει, μακραίν-οντας} 1. κάνω κάτι πιο μακρύ ή γίνομαι μακρύτερος: ~ την κουρτίνα/τα μανίκια/το παντελόνι/τη φούστα. ΑΝΤ. κονταίνω.|| Τα γένια/τα μαλλιά/τα νύχια ~υναν.|| ~ει μέρα με τη μέρα ο κατάλογος των ανέργων (= μεγαλώνει).2. επιμηκύνω κάτι ως προς τη διάρκεια ή παρατείνομαι χρονικά: Το γέλιο ~ει τη ζωή. Κάποιοι ~ουν (= τραβούν σε μάκρος) την υπόθεση εσκεμμένα ή από αμέλεια. Βλ. συντομεύω.|| Το ταξίδι του ~ει και δεν λέει να επιστρέψει. Καθώς η άνοιξη προχωρά, ~ει η μέρα.3. (λογοτ.) απομακρύνομαι: Το κύμα ~ει κι επιστρέφει. Η σκέψη μου ~ει σε ανεξερεύνητες κατευθύνσεις. ΣΥΝ. ξεμακραίνω (1) ΑΝΤ. ζυγώνω [< μεσν. μακραίνω]
συντομεύω
συντομεύωσυ-ντο-μεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συντόμευ-σα, συντομεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, συντομεύ-οντας} 1. μειώνω, περιορίζω: ~ κείμενο/λόγο/ομιλία. Η διάνοιξη του νέου δρόμου ~ει (= ελαττώνει, μικραίνει) την απόσταση. Φάρμακο που ~ει την διάρκεια θεραπείας. Ο υπουργός ~σε την επίσκεψή του λόγω των συνθηκών. ΑΝΤ. μακραίνω (2), παρατείνω 2. ενεργώ γρήγορα, επισπεύδω: Ας ~ουμε (: βιαστούμε), γιατί θα χάσουμε το πλοίο. Συντόμευε με τη διήγησή σου. (επιτατ.) ~ετε παρακαλώ! Πβ. (επι)ταχύνω. ● βλ. συντομευμένος [< μτγν. συντομεύω ‘συντέμω, συγκόπτω’, γαλλ. abréger]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.