Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μαλακώνω μα-λα-κώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μαλάκω-σε, -σει, -μένος, μαλακών-οντας} 1. κάνω κάτι μαλακό: Καθαριστικό που ~ει τα ρούχα. Κρέμα που ~ει τα χέρια. ~μένο βούτυρο.|| (αμτβ.) Βράζουμε τις πατάτες μέχρι να ~σουν. ΑΝΤ. σκληραίνω (1) 2. (μτφ.) μειώνω την ένταση: Τραγούδια που ~ουν (= απαλύνουν) τον πόνο. ~σε τη στάση του (ΑΝΤ. σκλήρυνε).|| (αμτβ.) Η φωνή του/η έκφρασή του/ο καιρός ~σε. 3. (μτφ.) καταπραΰνω, ανακουφίζω, γλυκαίνω: Αφέψημα/σιρόπι που ~ει τον βήχα/τον λαιμό. ΣΥΝ. ερεθίζω.|| (αμτβ.) Συγκινήθηκε και η καρδιά του ~σε. [< μεσν. μαλακώνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.