μαργαρίτα μαρ-γα-ρί-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. ποώδες αυτοφυές φυτό (επιστ. ονομασ. Chrysanthemum leucanthemum), με άνθη κίτρινα στο κέντρο και λευκά πέταλα· συνεκδ. το αντίστοιχο λουλούδι: άγρια ~.2. αλκοολούχο κοκτέιλ που φτιάχνεται από τεκίλα και χυμό από εσπεριδοειδή, συνήθ. λεμόνι, το οποίο σερβίρεται με τριμμένο πάγο και αλάτι στα χείλη του ποτηριού. ● Υποκ.: μαργαριτούλα (η) ● ΦΡ.: μαδάω τη μαργαρίτα βλ. μαδώ [< 1: παλαιό ιταλ. margarita 2: αγγλ. ~, 1956, γαλλ. ~, 1980]
μαργαριταρένιος , ια, ιο μαρ-γα-ρι-τα-ρέ-νιος επίθ.: (συνήθ. για κόσμημα) που έχει κατασκευαστεί ή διακοσμηθεί με μαργαριτάρια· (κατ' επέκτ.-μτφ.) που μοιάζει με αυτά: ~ιο: κολιέ/σκουλαρίκι.|| ~ια: λάμψη. ~ιο: λευκό.|| (συνήθ. ως χαϊδευτ. προσφών.) ~ια (: καραμελένια) μου! Βλ. -ένιος. [< μεσν. μαργαριταρέν(ι)ος]
μαργαριτάρι μαρ-γα-ρι-τά-ρι ουσ. (ουδ.) {μαργαριταρ-ιού | -ιών} 1. ΟΡΥΚΤ. σκληρός και στιλπνός πολύτιμος λίθος, συνήθ. στρογγυλού σχήματος και λευκού χρώματος, ο οποίος δημιουργείται μέσα στο όστρακο μαλακίων, συνήθ. στρειδιών: μαύρο/ροζ/σπάνιο ~. Φυσικά/ψεύτικα ~ια. ~ια από καλλιέργεια. Αλιεία ~ιών.|| (συνεκδ.) Περιδέραιο από/με ~ια (= πέρλες).|| (κατ' επέκτ.) Σταγόνες σαν ~. ΣΥΝ. μαργαρίτης 2. (μτφ.-ειρων.) πολύ σοβαρό γλωσσικό λάθος, που δηλώνει έλλειψη κατάρτισης: μεταφραστικά/ορθογραφικά ~ια. Μαθητικά ~ια. ● Υποκ.: μαργαριταράκι (το) [< 1: μεσν. μαργαριτάρι(ο)ν 2: γαλλ. perle, 1935]
-ένιος
-ένιος, ια, ιο: κατάληξη επιθέτων για τη δήλωση ύλης, χρώματος ή ιδιότητας: ασημ~/διαμαντ~/σοκολατ~.|| Μενεξεδ~/χρυσαφ~. Πβ. -ής, -ιά, -ί.|| Παραδεισ~/παραμυθ~. Πβ. -ινος.
μαδώ
μαδώ[μαδῶ] μα-δώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μαδ-ά κ. άει... | μάδ-ησα, -ιέται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & μαδάω 1. ξεπουπουλιάζω, ξεμαλλιάζω, αφαιρώ φύλλα ή άνθη φυτού. 2. (μτφ.) αποσπώ μεγάλο χρηματικό ποσό, συνήθ. με αθέμιτο τρόπο: Έχει ~ήσει την εταιρεία με τις κομπίνες του. Τον θάμπωσε με την ομορφιά της και τον ~ησε κανονικά. Τον ~ησαν στα χαρτιά.|| (κατ' επέκτ.) Τους ~ησε η οικονομική κρίση. ΣΥΝ. απομυζώ (1), γδύνω (2), ξεπουπουλιάζω (2) 3. (μτφ.) νικώ τον αντίπαλο σε ομαδικό άθλημα, συνήθ. στο ποδόσφαιρο. ● μαδά & μαδάει: (συνήθ. για ζώο) χάνει τρίχες ή φτερά· σπανιότ. (για άνθρωπο) έχει τριχόπτωση· (για φυτό) ρίχνει τα φύλλα ή τα άνθη: Η γάτα/ο σκύλος/το καναρίνι μου ~ συνέχεια. Τα πρόβατα αρρώστησαν και ~ησαν (= έπεσαν) τα μαλλιά τους.|| Τελευταία ~ υπερβολικά.|| Το γιασεμί ~ σιγά-σιγά και μαραίνεται. Πβ. φυλλορροεί.|| (κατ' επέκτ.) Το πουλόβερ ~ (= χνουδιάζει). ● ΦΡ.: μαδάω τη μαργαρίτα {συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. (μτφ.) προσπαθώ να μαντέψω ή βρίσκομαι σε δίλημμα: ~ει ~ για το αν θα διατηρήσει ή θα χάσει τη θέση του.2. αφαιρώ ένα ένα τα πέταλά της: O ερωτευμένος ~ει ~ και αναρωτιέται: «μ' αγαπάει, δε μ' αγαπάει;». [< γαλλ. effeuiller la marguerite] [< μτγν. μαδῶ]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.