Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • μαργαρίτα μαρ-γα-ρί-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. ποώδες αυτοφυές φυτό (επιστ. ονομασ. Chrysanthemum leucanthemum), με άνθη κίτρινα στο κέντρο και λευκά πέταλα· συνεκδ. το αντίστοιχο λουλούδι: άγρια ~. 2. αλκοολούχο κοκτέιλ που φτιάχνεται από τεκίλα και χυμό από εσπεριδοειδή, συνήθ. λεμόνι, το οποίο σερβίρεται με τριμμένο πάγο και αλάτι στα χείλη του ποτηριού. ● Υποκ.: μαργαριτούλα (η) ● ΦΡ.: μαδάω τη μαργαρίτα βλ. μαδώ [< 1: παλαιό ιταλ. margarita 2: αγγλ. ~, 1956, γαλλ. ~, 1980]
  • μαργαριταρένιος , ια, ιο μαρ-γα-ρι-τα-ρέ-νιος επίθ.: (συνήθ. για κόσμημα) που έχει κατασκευαστεί ή διακοσμηθεί με μαργαριτάρια· (κατ' επέκτ.-μτφ.) που μοιάζει με αυτά: ~ιο: κολιέ/σκουλαρίκι.|| ~ια: λάμψη. ~ιο: λευκό.|| (συνήθ. ως χαϊδευτ. προσφών.) ~ια (: καραμελένια) μου! Βλ. -ένιος. [< μεσν. μαργαριταρέν(ι)ος]
  • μαργαριτάρι μαρ-γα-ρι-τά-ρι ουσ. (ουδ.) {μαργαριταρ-ιού | -ιών} 1. ΟΡΥΚΤ. σκληρός και στιλπνός πολύτιμος λίθος, συνήθ. στρογγυλού σχήματος και λευκού χρώματος, ο οποίος δημιουργείται μέσα στο όστρακο μαλακίων, συνήθ. στρειδιών: μαύρο/ροζ/σπάνιο ~. Φυσικά/ψεύτικα ~ια. ~ια από καλλιέργεια. Αλιεία ~ιών.|| (συνεκδ.) Περιδέραιο από/με ~ια (= πέρλες).|| (κατ' επέκτ.) Σταγόνες σαν ~. ΣΥΝ. μαργαρίτης 2. (μτφ.-ειρων.) πολύ σοβαρό γλωσσικό λάθος, που δηλώνει έλλειψη κατάρτισης: μεταφραστικά/ορθογραφικά ~ια. Μαθητικά ~ια. ● Υποκ.: μαργαριταράκι (το) [< 1: μεσν. μαργαριτάρι(ο)ν 2: γαλλ. perle, 1935]

-ένιος

-ένιος, ια, ιο: κατάληξη επιθέτων για τη δήλωση ύλης, χρώματος ή ιδιότητας: ασημ~/διαμαντ~/σοκολατ~.|| Μενεξεδ~/χρυσαφ~. Πβ. -ής, -ιά, -ί.|| Παραδεισ~/παραμυθ~. Πβ. -ινος.

μαδώ

μαδώ[μαδῶ] μα-δώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μαδ-ά κ. άει... | μάδ-ησα, -ιέται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & μαδάω 1. ξεπουπουλιάζω, ξεμαλλιάζω, αφαιρώ φύλλα ή άνθη φυτού. 2. (μτφ.) αποσπώ μεγάλο χρηματικό ποσό, συνήθ. με αθέμιτο τρόπο: Έχει ~ήσει την εταιρεία με τις κομπίνες του. Τον θάμπωσε με την ομορφιά της και τον ~ησε κανονικά. Τον ~ησαν στα χαρτιά.|| (κατ' επέκτ.) Τους ~ησε η οικονομική κρίση. ΣΥΝ. απομυζώ (1), γδύνω (2), ξεπουπουλιάζω (2) 3. (μτφ.) νικώ τον αντίπαλο σε ομαδικό άθλημα, συνήθ. στο ποδόσφαιρο. ● μαδά & μαδάει: (συνήθ. για ζώο) χάνει τρίχες ή φτερά· σπανιότ. (για άνθρωπο) έχει τριχόπτωση· (για φυτό) ρίχνει τα φύλλα ή τα άνθη: Η γάτα/ο σκύλος/το καναρίνι μου ~ συνέχεια. Τα πρόβατα αρρώστησαν και ~ησαν (= έπεσαν) τα μαλλιά τους.|| Τελευταία ~ υπερβολικά.|| Το γιασεμί ~ σιγά-σιγά και μαραίνεται. Πβ. φυλλορροεί.|| (κατ' επέκτ.) Το πουλόβερ ~ (= χνουδιάζει). ● ΦΡ.: μαδάω τη μαργαρίτα {συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. (μτφ.) προσπαθώ να μαντέψω ή βρίσκομαι σε δίλημμα: ~ει ~ για το αν θα διατηρήσει ή θα χάσει τη θέση του. 2. αφαιρώ ένα ένα τα πέταλά της: O ερωτευμένος ~ει ~ και αναρωτιέται: «μ' αγαπάει, δε μ' αγαπάει;». [< γαλλ. effeuiller la marguerite] [< μτγν. μαδῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.