Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μαργαριτάρι μαρ-γα-ρι-τά-ρι ουσ. (ουδ.) {μαργαριταρ-ιού | -ιών} 1. ΟΡΥΚΤ. σκληρός και στιλπνός πολύτιμος λίθος, συνήθ. στρογγυλού σχήματος και λευκού χρώματος, ο οποίος δημιουργείται μέσα στο όστρακο μαλακίων, συνήθ. στρειδιών: μαύρο/ροζ/σπάνιο ~. Φυσικά/ψεύτικα ~ια. ~ια από καλλιέργεια. Αλιεία ~ιών.|| (συνεκδ.) Περιδέραιο από/με ~ια (= πέρλες).|| (κατ' επέκτ.) Σταγόνες σαν ~. ΣΥΝ. μαργαρίτης 2. (μτφ.-ειρων.) πολύ σοβαρό γλωσσικό λάθος, που δηλώνει έλλειψη κατάρτισης: μεταφραστικά/ορθογραφικά ~ια. Μαθητικά ~ια. ● Υποκ.: μαργαριταράκι (το) [< 1: μεσν. μαργαριτάρι(ο)ν 2: γαλλ. perle, 1935]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.