Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μασελάκι μα-σε-λά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): κινητό ορθοδοντικό μηχάνημα· οδοντιατρικός νάρθηκας· μερική οδοντοστοιχία: αφαιρούμενο ~. ~ για ευθυγράμμιση/μετακίνηση των δοντιών. Βλ. σιδεράκια.|| Λεύκανση με ~. Στον ύπνο φοράει ~, για να μην τρίζει τα δόντια της (βλ. βρυγμός). Στους αγώνες βάζει προστατευτικό ~ (πβ. μασέλα).|| (σπανιότ.) ~ που αντικαθιστά τα δόντια που λείπουν.

σιδεράκια

σιδεράκιασι-δε-ρά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): ΙΑΤΡ. ειδικό λεπτό κυρ. μεταλλικό ή πλαστικό σύστημα από άγκιστρα που προσαρμόζεται στα δόντια, σε περιπτώσεις ορθοδοντικής θεραπείας: Έβαλε/φοράει ~. Πβ. αγκύλιο. Βλ. μασελάκι.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.