Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μαστορικός , ή, ό μα-στο-ρι-κός επίθ. & (προφ.) μαστόρικος 1. που σχετίζεται με τον μάστορα: ~ά: εργαλεία. 2. (μτφ.) επιδέξιος, αριστοτεχνικός: ~ή: πλοκή. ● Ουσ.: μαστορικά (τα): η αμοιβή του μάστορα., μαστορική (η): η τέχνη του μάστορα και ειδικότ. του κτίστη.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.