Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ματσαράγκα μα-τσα-ρά-γκα ουσ. (θηλ.) & ματσαραγκιά (αργκό): απάτη, κομπίνα, δόλος. Πβ. λοβιτούρα. ΣΥΝ. μπαγαποντιά [< ιταλ. mazzaranga, mazzeranga]