Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μαυραγάνι μαυ-ρα-γά-νι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία σιταριού με μαύρα άγανα. Βλ. φαγόπυρο. ΣΥΝ. μαυροσίταρο [< μεσν. μαυραγάνι]

φαγόπυρο

φαγόπυροφα-γό-πυ-ρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό (γένος Fagopyrum, ιδ. F. esculentum F. tartaricum) που καλλιεργείται για τους πλούσιους σε θρεπτικά συστατικά σπόρους του, όμοιους με εκείνους των σιτηρών. Βλ. μαυραγάνι, μαυροσίταρο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.