Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μαυραγάνι μαυ-ρα-γά-νι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία σιταριού με μαύρα άγανα. Βλ. φαγόπυρο. ΣΥΝ. μαυροσίταρο [< μεσν. μαυραγάνι]

φαγόπυρο

φαγόπυροφα-γό-πυ-ρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φυτό (γένος Fagopyrum, ιδ. F. esculentum F. tartaricum) που καλλιεργείται για τους πλούσιους σε θρεπτικά συστατικά σπόρους του, όμοιους με εκείνους των σιτηρών. Βλ. μαυραγάνι, μαυροσίταρο.