Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μαυσωλείο [μαυσωλεῖο] μαυ-σω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Μ): μεγαλοπρεπές ταφικό μνημείο: το ~ της Αλικαρνασσού/του Ταζ Μαχάλ. Βλ. κενοτάφιο, τουρμπές, τύμβος. [< μτγν. Μαυσωλεῖον, γαλλ. mausolée, αγγλ. mausoleum]

κενοτάφιο

κενοτάφιοκε-νο-τά-φι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ταφικό μνημείο προς τιμήν ενός ή περισσότερων ανθρώπων, συνήθ. πεσόντων σε πόλεμο, η σορός των οποίων δεν έχει βρεθεί ή έχει ταφεί αλλού: ~ με ανδριάντα/επιτύμβια στήλη. Κατάθεση στεφάνου/τέλεση τρισάγιου στο ~ των ηρώων. Βλ. Άγνωστος Στρατιώτης, μαυσωλείο, τύμβος. [< αρχ. κενοτάφιον]