Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μεγέθυνση με-γέ-θυν-ση ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) μεγένθυ(ν)ση: αύξηση του μεγέθους, των διαστάσεων και συνεκδ. το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ οθόνης. Κάντε κλικ, για να δείτε τη φωτογραφία σε ~.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~ύνσεις με μεγάλη λεπτομέρεια (= υψηλές). Αρνητικά για τη δημιουργία ~ύνσεων.|| (στην πλαστική) ~ ζυγωματικών/μαστών (βλ. μαστοπλαστική). ΑΝΤ. σμίκρυνση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: οικονομική μεγέθυνση: ΟΙΚΟΝ. ποσοτικός δείκτης που δείχνει την ποσοστιαία ετήσια μεταβολή του παραγόμενου προϊόντος μιας οικονομίας. Πβ. οικονομική ανάπτυξη. [< αγγλ. economic growth, 1940] [< μεσν. μεγέθυνσις, γαλλ. agrandissement, αγγλ. magnification]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.