Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εξιχότητα με-γα-λει-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) Μεγαλειότης 1. (με κεφαλ. Μ) τιμητική προσφώνηση ή τίτλος βασιλιά/βασίλισσας ή αυτοκράτορα/αυτοκράτειρας: η ~ά Σας (: εσείς, Μεγαλειότατε)/Του. Η Αυτού/Αυτής ~ (: ο βασιλιάς/η βασίλισσα). Βλ. εξοχότητα. ΣΥΝ. Μεγαλειότατος, Μεγαλειοτάτη 2. (λόγ.) αίγλη, λαμπρότητα, μεγαλείο. Βλ. -ότητα. [< μτγν. μεγαλειότης, γαλλ. (Sa) Majesté]

εξοχότητα

εξοχότητα[ἐξοχότητα] ε-ξο-χό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) εξοχότης (συνήθ. με κεφαλ. Ε): τιμητική προσφώνηση ή τίτλος επισήμων: Έχω την τιµή να γνωστοποιήσω στην ~ά σας (: σε εσάς, Εξοχότατε) ότι ... Η Αυτού ~ότης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Βλ. μεγαλειότητα, -ότητα. [< μτγν. ἐξοχότης, γαλλ. excellence]

-ότητα

-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]