Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μεγαλουργώ [μεγαλουργῶ] με-γα-λουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {μεγαλουργ-είς ... | μεγαλούργ-ησε, -ήσει, -ώντας} (λόγ.): κατορθώνω, πετυχαίνω κάτι πολύ σημαντικό: Έλληνες του εξωτερικού που ~ούν. ~ησε ως παίκτης και ως προπονητής. Σ' αυτόν τον τόπο η φύση έχει ~ήσει! Πβ. θαυματουργώ.|| (ειρων.) Για άλλη μια φορά ~ησε· άφησε το πορτοφόλι του στο ταξί! [< μτγν. μεγαλουργῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.