Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μεγαλόκαρδος , η, ο με-γα-λό-καρ-δος επίθ.: που έχει ή φανερώνει καλή καρδιά: Της ζήτησε συγγνώμη κι εκείνη, ~η, του την έδωσε.|| ~η: προσφορά/συμπεριφορά. Πβ. ανεκτικός, επιεικής. Βλ. -καρδος. ΣΥΝ. μεγάθυμος, μεγαλόψυχος ΑΝΤ. μικρόψυχος, στενόκαρδος ● επίρρ.: μεγαλόκαρδα [< μεσν. μεγαλοκάρδιος 'γενναίος']

-καρδος

-καρδος, η, ο: β' συνθετικό επιθέτων με αναφορά σε πρόσωπο το οποίο χαρακτηρίζεται από συναισθήματα ή διάθεση που δηλώνονται με το α' συνθετικό: ά~/ανοιχτό~/κακό~/καλό~/μεγαλό~/σκληρό~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.