Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μειώνω μει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {μείω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, μειω-μένος, μειών-οντας· (λόγ.) γ' πρόσ. παθ. ενεστ. μει-ούται, μτχ. -ούμενος} 1. κάνω κάτι μικρότερο, λιγότερο, ελαττώνω· γίνομαι μικρότερος ή λιγότερος: η γυμναστική ~ει το στρες. Η εταιρεία ~σε κι άλλο την παραγωγή. Δεν πρόλαβε να ~σει (= κατεβάσει, κόψει) ταχύτητα και τράκαρε. ~εται η δημοτικότητα του κυβερνώντος κόμματος. Επήλθε ~ των τιμών. ~θηκαν οι πωλήσεις αυτοκινήτων κατά ...%. Μέτρα για να ~θούν (= μετριαστούν, περιοριστούν) οι κίνδυνοι από πλημμύρες/τα τροχαία (ΑΝΤ. πληθαίνω, πολλαπλασιάζω). ~μένη: θητεία/η τουριστική κίνηση στο νησί. ~μένο: ωράριο εργασίας. ~μένοι: συντελεστές ΦΠΑ. ~μένες: τιμές (= πεσμένες)/χρεώσεις. ~μένα: δρομολόγια/επίπεδα (: χοληστερόλης)/κέρδη. Αθλητές με ~μένη όραση. Άτομα ~μένης αντίληψης (: κάτω του μέσου όρου). (λόγ.) Ο αριθμός των κρουσμάτων/ο ρυθμός ανάπτυξης βαίνει ~ούμενος. Πβ. αμβλύνω.|| Η γηπεδούχος ~σε (ενν. τη διαφορά/το σκορ) σε 2-3. Βλ. απο~. ΣΥΝ. λιγοστεύω, μικραίνω (2) ΑΝΤ. αυξάνω, πολλαπλασιάζω (2) 2. (μτφ.) (για πρόσ.) θίγω, προσβάλλω, υποτιμώ ή γενικότ. υποβαθμίζω, υποβιβάζω: Την/τον ~ει συνεχώς μπροστά στους άλλους (πβ. εξευτελίζω, ταπεινώνω· βλ. εξυψώνω, επαινώ). Αυτό δεν ~ει την προσπάθεια της ομάδας. ● ΣΥΜΠΛ.: μειωμένο/μισό εισιτήριο βλ. εισιτήριο [< αρχ. μειῶ]

εισιτήριο

εισιτήριο[εἰσιτήριο] ει-σι-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ειδικό δελτίο με το οποίο βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του έχει πληρώσει το αντίτιμο εισόδου του σε χώρο ή μετακίνησής του με συγκεκριμένο μεταφορικό μέσο: μαθητικό/φοιτητικό ~. Ενιαίο/ηλεκτρονικό ~ αστικών συγκοινωνιών. ~ λεωφορείου/πλοίου/τρένου. Αξία/απόκομμα/(χρονική) διάρκεια/έκδοση/επίδειξη/επικύρωση/κράτηση ~ίου. ~α Εργατικής Εστίας/θεάματος. Έλεγχος/εξάντληση/επιστροφή/(προ)πώληση ~ίων. Βγάζω/κλείνω/προμηθεύομαι ~ (για τον αγώνα/τη συναυλία). Δεν βρήκα ~. Επικυρώστε το ~ό σας. 2. {μόνο στον εν.} (μτφ.) κάθε μέσο ή προϋπόθεση για την πραγματοποίηση ενός στόχου: Η ομάδα πήρε το ~ για τον τελικό (πβ. χαρτάκι). Οι βαθμοί του στις εξετάσεις τού έδωσαν το ~ για το Πανεπιστήμιο. 3. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. έγγραφο με το οποίο βεβαιώνεται η εισαγωγή ασθενούς σε νοσοκομείο: εντολή εκτάκτου/τακτικού ~ου. Βλ. -τήριο. ΑΝΤ. εξιτήριο ● ΣΥΜΠΛ.: εισιτήριο διαρκείας & (προφ.) διαρκείας: το οποίο παρέχει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στον κάτοχό του τη δυνατότητα απεριορίστων εισόδων σε κάποιο χώρο (κυρ. γήπεδο για την παρακολούθηση αγώνων) ή μετακινήσεων με μεταφορικό μέσο. Πβ. κάρτα διαρκείας., μειωμένο/μισό εισιτήριο: του οποίου το αντίτιμο αντιστοιχεί μέχρι και στο μισό της αξίας του κανονικού εισιτηρίου και το οποίο δικαιούνται άτομα συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας (φοιτητές, πολύτεκνοι, άτομα με ειδικές ανάγκες, ηλικιωμένοι): ~ ~ σε θέατρο/κινηματογράφο. ~α ~α αστικών συγκοινωνιών. ● ΦΡ.: εισιτήριο μετ' επιστροφής/με επιστροφή: που επιτρέπει στον επιβάτη να μεταβεί κάπου και να επιστρέψει με το ίδιο μεταφορικό μέσο: αεροπορικό/ακτοπλοϊκό ~ ~. Πβ. αλέ-ρετούρ., κόβω εισιτήρια: (κυρ. για κινηματογραφικά έργα, παραστάσεις ή αθλητικούς αγώνες) πουλώ εισιτήρια: Η ταινία δεν έκοψε ~ (: δεν είχε εισπρακτική επιτυχία).|| Κάθεται πίσω από το γκισέ και ~ει ~., κέρδισε το εισιτήριο βλ. κερδίζω [< μτγν. εἰσιτήριον, ουσιαστικοπ. ουδ. του επιθ. εἰσιτήριος 1: γερμ. Eintrittsgeld, Eintrittspreis, γαλλ. billet]

εξυψώνω

εξυψώνω[ἐξυψώνω] ε-ξυ-ψώ-νω ρ. (μτβ.) {εξύψω-σα, εξυψώ-θηκε, -θεί, -μένος, εξυψών-οντας} 1. βελτιώνω, προάγω ή ενισχύω κάποιον ή κάτι: Το θέατρο ~ει το πνεύμα. Ο πολιτισμός εξευγενίζει και ~ει τον άνθρωπο.|| Η νίκη ~σε το γόητρό/ηθικό του (= αναπτέρωσε, ανύψωσε). ~θηκε στα μάτια/στη συνείδηση των αντιπάλων του (= ανέβηκε). ΑΝΤ. υποβιβάζω (1) 2. (μτφ.) εγκωμιάζω, εξυμνώ: ~ει τον έρωτα. Πβ. επαινώ. ΑΝΤ. μειώνω (2) [< μτγν. ἐξυψῶ ‘ανυψώνω’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.