μειώνω μει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {μείω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, μειω-μένος, μειών-οντας· (λόγ.) γ' πρόσ. παθ. ενεστ. μει-ούται, μτχ. -ούμενος} 1. κάνω κάτι μικρότερο, λιγότερο, ελαττώνω· γίνομαι μικρότερος ή λιγότερος: η γυμναστική ~ει το στρες. Η εταιρεία ~σε κι άλλο την παραγωγή. Δεν πρόλαβε να ~σει (= κατεβάσει, κόψει) ταχύτητα και τράκαρε. ~εται η δημοτικότητα του κυβερνώντος κόμματος. Επήλθε ~ των τιμών. ~θηκαν οι πωλήσεις αυτοκινήτων κατά ...%. Μέτρα για να ~θούν (= μετριαστούν, περιοριστούν) οι κίνδυνοι από πλημμύρες/τα τροχαία (ΑΝΤ. πληθαίνω, πολλαπλασιάζω). ~μένη: θητεία/η τουριστική κίνηση στο νησί. ~μένο: ωράριο εργασίας. ~μένοι: συντελεστές ΦΠΑ. ~μένες: τιμές (= πεσμένες)/χρεώσεις. ~μένα: δρομολόγια/επίπεδα (: χοληστερόλης)/κέρδη. Αθλητές με ~μένη όραση. Άτομα ~μένης αντίληψης (: κάτω του μέσου όρου). (λόγ.) Ο αριθμός των κρουσμάτων/ο ρυθμός ανάπτυξης βαίνει ~ούμενος. Πβ. αμβλύνω.|| Η γηπεδούχος ~σε (ενν. τη διαφορά/το σκορ) σε 2-3. Βλ. απο~. ΣΥΝ. λιγοστεύω, μικραίνω (2) ΑΝΤ. αυξάνω, πολλαπλασιάζω (2) 2. (μτφ.) (για πρόσ.) θίγω, προσβάλλω, υποτιμώ ή γενικότ. υποβαθμίζω, υποβιβάζω: Την/τον ~ει συνεχώς μπροστά στους άλλους (πβ. εξευτελίζω, ταπεινώνω· βλ. εξυψώνω, επαινώ). Αυτό δεν ~ει την προσπάθεια της ομάδας. ● ΣΥΜΠΛ.: μειωμένο/μισό εισιτήριο βλ. εισιτήριο [< αρχ. μειῶ]
εισιτήριο
εισιτήριο[εἰσιτήριο] ει-σι-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ειδικό δελτίο με το οποίο βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του έχει πληρώσει το αντίτιμο εισόδου του σε χώρο ή μετακίνησής του με συγκεκριμένο μεταφορικό μέσο: μαθητικό/φοιτητικό ~. Ενιαίο/ηλεκτρονικό ~ αστικών συγκοινωνιών. ~ λεωφορείου/πλοίου/τρένου. Αξία/απόκομμα/(χρονική) διάρκεια/έκδοση/επίδειξη/επικύρωση/κράτηση ~ίου. ~α Εργατικής Εστίας/θεάματος. Έλεγχος/εξάντληση/επιστροφή/(προ)πώληση ~ίων. Βγάζω/κλείνω/προμηθεύομαι ~ (για τον αγώνα/τη συναυλία). Δεν βρήκα ~. Επικυρώστε το ~ό σας.2. {μόνο στον εν.} (μτφ.) κάθε μέσο ή προϋπόθεση για την πραγματοποίηση ενός στόχου: Η ομάδα πήρε το ~ για τον τελικό (πβ. χαρτάκι). Οι βαθμοί του στις εξετάσεις τού έδωσαν το ~ για το Πανεπιστήμιο.3. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. έγγραφο με το οποίο βεβαιώνεται η εισαγωγή ασθενούς σε νοσοκομείο: εντολή εκτάκτου/τακτικού ~ου. Βλ. -τήριο. ΑΝΤ. εξιτήριο ● ΣΥΜΠΛ.: εισιτήριο διαρκείας & (προφ.) διαρκείας: το οποίο παρέχει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στον κάτοχό του τη δυνατότητα απεριορίστων εισόδων σε κάποιο χώρο (κυρ. γήπεδο για την παρακολούθηση αγώνων) ή μετακινήσεων με μεταφορικό μέσο. Πβ. κάρτα διαρκείας., μειωμένο/μισό εισιτήριο: του οποίου το αντίτιμο αντιστοιχεί μέχρι και στο μισό της αξίας του κανονικού εισιτηρίου και το οποίο δικαιούνται άτομα συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας (φοιτητές, πολύτεκνοι, άτομα με ειδικές ανάγκες, ηλικιωμένοι): ~ ~ σε θέατρο/κινηματογράφο. ~α ~α αστικών συγκοινωνιών. ● ΦΡ.: εισιτήριο μετ' επιστροφής/με επιστροφή: που επιτρέπει στον επιβάτη να μεταβεί κάπου και να επιστρέψει με το ίδιο μεταφορικό μέσο: αεροπορικό/ακτοπλοϊκό ~ ~. Πβ. αλέ-ρετούρ., κόβω εισιτήρια: (κυρ. για κινηματογραφικά έργα, παραστάσεις ή αθλητικούς αγώνες) πουλώ εισιτήρια: Η ταινία δεν έκοψε ~ (: δεν είχε εισπρακτική επιτυχία).|| Κάθεται πίσω από το γκισέ και ~ει ~., κέρδισε το εισιτήριο βλ. κερδίζω [< μτγν. εἰσιτήριον, ουσιαστικοπ. ουδ. του επιθ. εἰσιτήριος 1: γερμ. Eintrittsgeld, Eintrittspreis, γαλλ. billet]
εξυψώνω
εξυψώνω[ἐξυψώνω] ε-ξυ-ψώ-νω ρ. (μτβ.) {εξύψω-σα, εξυψώ-θηκε, -θεί, -μένος, εξυψών-οντας} 1. βελτιώνω, προάγω ή ενισχύω κάποιον ή κάτι: Το θέατρο ~ει το πνεύμα. Ο πολιτισμός εξευγενίζει και ~ει τον άνθρωπο.|| Η νίκη ~σε το γόητρό/ηθικό του (= αναπτέρωσε, ανύψωσε). ~θηκε στα μάτια/στη συνείδηση των αντιπάλων του (= ανέβηκε). ΑΝΤ. υποβιβάζω (1) 2. (μτφ.) εγκωμιάζω, εξυμνώ: ~ει τον έρωτα. Πβ. επαινώ. ΑΝΤ. μειώνω (2) [< μτγν. ἐξυψῶ ‘ανυψώνω’]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.