Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μελαγχολώ [μελαγχολῶ] με-λαγ-χο-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μελαγχολ-είς ... | μελαγχόλ-ησα, -ήσω, -ώντας}: διακατέχομαι από ή προκαλώ μελαγχολία: Γιατί ~ησες; Πβ. θλίβομαι. Βλ. ευθυμώ.|| Η είδηση του θανάτου της μάς ~ησε (: λύπησε, στενοχώρησε) όλους. Η βροχή με ~εί. ΑΝΤ. χαροποιώ. [< αρχ. μελαγχολῶ]

ευθυμώ

ευθυμώ[εὐθυμῶ] ευ-θυ-μώ ρ. (αμτβ.) {ευθυμ-είς ... | ευθύμ-ησα, -ήσει} (λόγ.): βρίσκομαι ή περιέρχομαι σε κατάσταση ευθυμίας: Σκέψη που με κάνει να ~. Πβ. αστεΐζομαι, γελώ, διασκεδάζω.|| Πίνουν για να ~ήσουν (: κάνουν κέφι).|| (συνήθ. ειρων.) ~ήσαμε πάλι (: για άνοστο, κακόγουστο αστείο)! [< αρχ. εὐθυμῶ]