Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μελιταίος , α, ο [μελιταῖος] με-λι-ταί-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μελιταίος πυρετός: ΙΑΤΡ.-ΚΤΗΝ. λοιμώδες νόσημα που μεταδίδεται από μολυσμένους ιστούς ή γαλακτοκομικά προϊόντα, προσβάλλει κατοικίδια ζώα και μέσω αυτών τον άνθρωπο (ζωοανθρωπονόσος), προκαλώντας χαμηλό πυρετό, κόπωση και εφιδρώσεις. Βλ. λιστέρια, σαλμονέλα, σιγκέλα. ΣΥΝ. βρουκέλωση, κυματοειδής πυρετός [< γαλλ. fièvre de Malte] [< αρχ. Μελιταῖος]

λιστέρια

λιστέριαλι-στέ-ρι-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. gram θετικό βακτήριο (επιστ. ονομασ. Listeria monocytogenes) που προκαλεί λιστερίωση: ζαμπόν/τυρί με ~. Βλ. καμπυλοβακτηρίδιο, σαλμονέλα, σιγκέλα. [< αγγλ. listeria, 1952, γαλλ. ~, 1955]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.