Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [1-2]


  • μελιτζάνα με-λι-τζά-να ουσ. (θηλ.) & μελιντζάνα: ΒΟΤ. ο σαρκώδης, κυλινδρικός ή σφαιρικός καρπός της μελιτζανιάς που έχει στιλπνή επιφάνεια και χρώμα συνήθ. μοβ· το αντίστοιχο φυτό: λευκή/τσακώνικη (: με χαρακτηριστικό μακρόστενο σχήμα και γλυκιά γεύση) ~. ~ φλάσκα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ες τηγανητές (βλ. κολοκυθάκια)/ψητές. ~ες ιμάμ. Βλ. παπουτσάκια. [< μεσν. μελι(ν)τζάνα]
  • μελιτζανάκι με-λι-τζα-νά-κι ουσ. (ουδ.) & μελιντζανάκι: ΖΑΧΑΡ. -ΜΑΓΕΙΡ. γλυκό του κουταλιού ή άλλο παρασκεύασμα από μικρές μελιτζάνες. Βλ. καρυδ-, νεραντζ-άκι, περγαμόντο, σταφύλι, τριαντάφυλλο.|| ~ τουρσί (ως ορεκτικό).

παπουτσάκια

παπουτσάκιαπα-που-τσά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό φούρνου από μελιτζάνες κομμένες στη μέση, οι οποίες γεμίζονται με κιμά και καλύπτονται με μπεσαμέλ.