Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μεταβάλλω με-τα-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. μετέβαλλα, αόρ. μετέβαλα, μεταβάλει, μεταβλή-θηκε (λόγ. μετεβλή-θη, -θησαν, μτχ. μεταβλη-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, μεταβάλλ-οντας, -όμενος, (λόγ.) μεταβεβλημένος}: αλλάζω: Η εταιρεία έχει το δικαίωμα να μεταβάλει (= τροποποιήσει) τους όρους του διαγωνισμού. Το κλίμα ~εται συνεχώς. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή ~θηκε τον περασμένο μήνα κατά ...%. Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι εκκλησίες της περιοχής ~θηκαν (= μετατράπηκαν) σε νοσοκομεία. Ικανότητα προσαρμογής σε ~όμενες συνθήκες. Πβ. μετα-πλάθω, -σκευάζω, -σχηματίζω. [< αρχ. μεταβάλλω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.