Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • μεταβίβαση με-τα-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) μεταφορά, μετάδοση: ~ γνώσεων/μηνυμάτων/(ΑΘΛ.) της μπάλας (= πάσα)/πληροφοριών/της σκέψης (= τηλεπάθεια)/στοιχείων. Ηλεκτρονική ~ δεδομένων. Βλ. νευρο~. ΣΥΝ. διαβίβαση 2. ΝΟΜ. επίσημη παραχώρηση, συνήθ. δικαιώματος ή περιουσιακού στοιχείου σε κάποιον: ~ ακινήτου/δικαιώματος (υπογραφής)/εξουσίας/ευθύνης/ιδιοκτησίας/κυριότητας/μετοχών. Κληρονομική ~ άδειας αυτοκινήτου. Έξοδα/παράβολο/τέλη/φόρος ~ης. Πβ. κληροδοσία, παράδοση. ΣΥΝ. εκχώρηση (1) [< μεσν. μεταβίβασις, γαλλ. transmission, transfert]