Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • μεταδρομολόγηση με-τα-δρο-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αλλαγή δρομολογίου: ~ του πλοίου από μια ακτοπλοϊκή γραμμή σε άλλη.