Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μετακίνηση με-τα-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. μεταφορά 1. (για πρόσωπα, ζώα ή αγαθά) το να πάει κάποιος από ένα μέρος σε άλλο: άνετη/γρήγορη/δωρεάν ~. ~ με αεροπλάνο/αυτοκίνητο/λεωφορείο/μετρό/πλοίο/ποδήλατο/τα πόδια/ταξί. ~ από .../προς ... ~ ετεροδημοτών (: για άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος). Αεροπορικές/οδικές/(υπερ)αστικές ~ήσεις. Ασφαλείς ~ήσεις μαθητών. ~ήσεις εξωτερικού/εσωτερικού. Δελτία/κάρτες ~ης ΑΜΕΑ. Μη εμπορικού χαρακτήρα ~ήσεις ζώων συντροφιάς. ~ήσεις εντός πόλεως με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς.|| Διασυνοριακή/ελεύθερη ~ εργαζομένων. Έξοδα ~ης (= οδοιπορικά). Βίαιες/μαζικές ~ήσεις πληθυσμών (πβ. διωγμός, εκτόπιση, μετανάστευση).|| (μτφ.) ~ήσεις ψηφοφόρων (από ένα κόμμα σε άλλο). ΣΥΝ. μετάβαση (1) 2. αλλαγή θέσης, μετατόπιση: Απολίθωμα δεινοσαύρου δίνει στοιχεία για τη ~ των ηπείρων.|| (κατ' επέκτ.) ~ήσεις φοιτητών με το πρόγραμμα Εράσμους. Δεν θεωρείται πιθανή η ~ή του στο Υπουργείο Εξωτερικών. Η εταιρεία ανακοίνωσε ~ήσεις στελεχών της. Πβ. μετάθεση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αυτόματη ~. ~ αρχείου. ~ με πλήκτρα/το ποντίκι. ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσική μετακίνηση/μετατόπιση: (στην κοινωνιογλωσσολογία) το φαινόμενο κατά το οποίο μια γλωσσική κοινότητα, συνήθ. δίγλωσση, υιοθετεί τη χρήση μιας νέας γλώσσας, ενώ ταυτόχρονα χάνει τη γλώσσα που χρησιμοποιούσε μέχρι τότε ως πρώτη. [< αγγλ. language shift, 1953] , Ευρωπαϊκή Εβδομάδα Μετακίνησης: το διάστημα από 16 έως 22 Σεπτεμβρίου που είναι αφιερωμένο στην ευαισθητοποίηση των πολιτών σε περιβαλλοντικά προβλήματα, μέσω της προώθησης οικολογικών τρόπων και μέσων μεταφοράς και της συνετής χρήσης του αυτοκινήτου. [< αγγλ. European Mobility Week] , οικολογική μετακίνηση: ΟΙΚΟΛ. που γίνεται με μέσα μεταφοράς φιλικά προς το περιβάλλον ή με τα πόδια: ~ ~ στις πόλεις. Βλ. ηλεκτροκίνηση. [< αγγλ. ecomobility] , ελευθερία (της) εγκατάστασης/(της) μετακίνησης/(της) μετανάστευσης βλ. ελευθερία [< μτγν. μετακίνησις, αγγλ. moving]

ελευθερία

ελευθερία[ἐλευθερία] ε-λευ-θε-ρί-α ουσ. (θηλ.) {ελευθεριών} & (λαϊκό-λογοτ.) λευτεριά & ελευτεριά: η ιδιότητα του ελεύθερου· η απουσία ελέγχου, περιορισμών, δεσμεύσεων: απόλυτη/δημιουργική/εσωτερική/ηθική/πλήρης ~. Η ~ της δράσης/εργασίας/ιδιοκτησίας. Το ιδανικό/η κατάκτηση/η προάσπιση/η προστασία/η στέρηση/η υπονόμευση/το ύψιστο αγαθό/το φρόνημα της ~ας. Σεβασμός της ~ας των άλλων. Έχω την ~ (: το δικαίωμα) να ... Χιλιάδες άνθρωποι έχουν θυσιαστεί στο όνομα της ~ας. Αφαιρώ/στερώ την ~ από κάποιον (πβ. φυλακίζω, υποδουλώνω). Δίνω την ~ σε κάποιον. Ανακτώ την ~ μου (= απελευθερώνομαι). Βλ. ημι~.|| (για έθνος, κράτος, τόπο: η απουσία ξένης κατοχής ή επικυριαρχίας) Εθνική/πολιτική ~. Αγώνας για την ~ της πατρίδας. ~ ή θάνατος (: το σύνθημα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821). ΑΝΤ. αν~, δουλεία, σκλαβιά.ελευθερίες (οι): τα διάφορα είδη ελευθερίας που συνήθ. κατοχυρώνονται συνταγματικά: ατομικές/δημοκρατικές/θρησκευτικές/λαϊκές/στοιχειώδεις/συλλογικές ~. Κοινοτικές ~ (: οι τέσσερις βασικές ~, δηλ. η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων/εμπορευμάτων/προσώπων/υπηρεσιών). Άσκηση/καταστρατήγηση των ~ών. ~ και ανθρώπινα δικαιώματα. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθμός/βαθμοί ελευθερίας 1. ΦΥΣ. καθεμία από τις παραμέτρους που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον ακριβή προσδιορισμό της κίνησης ενός μηχανικού συστήματος ή των αλλαγών που υφίσταται ένα θερμοδυναμικό σύστημα. 2. ΣΤΑΤΙΣΤ. καθεμία από τις ανεξάρτητες τυχαίες μεταβλητές σε στατιστική μέτρηση ή κατανομή συχνοτήτων., γενετήσια ελευθερία: ΝΟΜ. το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής ερωτικού συντρόφου (χωρίς εξαναγκασμό, οικονομικά ανταλλάγματα ή άλλου είδους εξαρτήσεις): εγκλήματα κατά της ~ας ~ας (βλ. ασέλγεια, βιασμός, σεξουαλική κακοποίηση, σωματεμπορία)., ελευθερία (της) γνώμης/(της) έκφρασης/(των) ιδεών/(του) λόγου: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάποιου να εκφράζει τις απόψεις, τις ιδέες ή τις σκέψεις του δημοσίως, χωρίς να εμποδίζεται ή να τιμωρείται. Βλ. ισηγορία, παρρησία., ελευθερία (της) εγκατάστασης/(της) μετακίνησης/(της) μετανάστευσης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να αλλάζει κατά βούληση χώρο διαμονής και εργασίας είτε μέσα στην ίδια του τη χώρα είτε έξω από αυτή(ν)., ελευθερία (της) θρησκευτικής συνείδησης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της επιλογής, διατήρησης, εγκατάλειψης ή αλλαγής συγκεκριμένης θρησκείας, καθώς και επιλογής ή απόρριψης της αθεΐας. Βλ. ανεξιθρησκία., ελευθερία (της) λατρείας: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της άσκησης των λατρευτικών καθηκόντων., ελευθερία (της) πληροφόρησης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ανεμπόδιστης διάδοσης ή αναζήτησης πληροφοριών., ελευθερία (της) σκέψης/(της) συνείδησης: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε ανθρώπου να έχει τις δικές του απόψεις ανεξάρτητα από τις θέσεις των άλλων., ελευθερία του πνεύματος/πνευματική ελευθερία: η απουσία κάθε παράγοντα που εμποδίζει ή περιορίζει την ανάπτυξη της σκέψης και την έκφραση., ελευθερία/άνεση κινήσεων/κινήσεως: ευχέρεια κινήσεων: απόλυτη ~ ~. Το ασύρματο τηλέφωνο προσφέρει μεγαλύτερη ~ ~ σε σχέση με το σταθερό.|| Χώρος εργασίας που προσφέρει ~ ~., η ελευθερία του Τύπου: ελευθεροτυπία., ακαδημαϊκή ελευθερία βλ. ακαδημαϊκός, ελευθερία της αδιαφορίας βλ. αδιαφορία, ελευθερία της βούλησης βλ. βούληση, η ελευθερία/το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι βλ. συνδικαλίζομαι, η ελευθερία/το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι βλ. συνεταιρίζομαι, οικονομική ελευθερία βλ. οικονομικός, πολιτικά δικαιώματα βλ. δικαίωμα, προσωπική ελευθερία βλ. προσωπικός, συνδικαλιστική ελευθερία βλ. συνδικαλιστικός, το δικαίωμα/η ελευθερία του συνέρχεσθαι βλ. συνέρχομαι, φυσική ελευθερία βλ. φυσικός [< αρχ. ἐλευθερία, γαλλ. liberté, αγγλ. liberty]

ηλεκτροκίνηση

ηλεκτροκίνηση[ἠλεκτροκίνηση] η-λε-κτρο-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. χρησιμοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας για την κίνηση οχημάτων ή για τη λειτουργία εργαλείων ή μηχανών: ~ αυτοκινήτων/τρένων. ~ στα μέσα μεταφοράς.|| ~ περσίδων. [< γαλλ. électromotion, αγγλ. electromotion, electromobility]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.