μετακινώ [μετακινῶ] με-τα-κι-νώ ρ. (μτβ.) {μετακιν-είς ..., -ώντας | μετακίν-ησα, -ήσω, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθώ, -ούμενος, -ημένος} 1. τοποθετώ κάποιον ή κάτι σε άλλη θέση, μετατοπίζω, μεταθέτω: Μπορείς να με βοηθήσεις να ~ήσουμε τον καναπέ (πβ. μεταφέρω, σηκώνω); (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ήστε (= σύρετε) το ποντίκι πάνω στην εικόνα. ~ούμενο: κάθισμα/καπάκι/φορτίο.|| (για πρόσ.) ~ήθηκε στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού.|| (μτφ.) Είναι η μόνη που τόσο καιρό δεν έχει ~ηθεί από τις αρχικές της απόψεις (: δεν τις έχει αλλάξει). ~ούμενοι ψηφοφόροι.2. (συνήθ. μεσοπαθ.) πηγαίνω από έναν τόπο ή μέρος σε άλλο: Μέσα στην πόλη ~ούμαι με το ποδήλατο. Σε περίπτωση καύσωνα, μη ~είστε άσκοπα. Στρατιωτικές δυνάμεις ~ήθηκαν στα σύνορα. Μάζα κρύου αέρα ~ήθηκε από την Κεντρική Ευρώπη στα Βαλκάνια. Όλος ο οικισμός χρειάστηκε να ~ηθεί, για να μην κινδυνέψει από τις πλημμύρες. ● ΣΥΜΠΛ.: μετακινούμενος εργαζόμενος βλ. εργαζόμενος [< αρχ. μετακινῶ, αγγλ. move]
εργαζόμενος
εργαζόμενος, η, ο [ἐργαζόμενος] ερ-γα-ζό-με-νος επίθ. {-ου κ. -ένου}: που εργάζεται: ~ος: φοιτητής. ~η: μητέρα. ~οι: γονείς. Ο ~ λαός. Η ~η νεολαία.|| (ως ουσ.) Ανασφάλιστοι/εποχιακοί/προσωρινοί ~οι. Ο μέσος ~. Η αμοιβή/οι αποδοχές/τα δικαιώματα/το εισόδημα του ~ένου. ~οι στο Δημόσιο/στον ιδιωτικό τομέα. ~οι με μπλοκάκι/με συμβάσεις (= συμβασιούχοι). Οι ~οι των ΔΕΚΟ/του Δήμου/του εργοστασίου/του νοσοκομείου. Οι ~οι σε μεγάλες εταιρείες ή πολυεθνικές. Οι ~οι και οι συνταξιούχοι της χώρας. Αιτήματα/απεργία/διαμαρτυρία/κινητοποιήσεις των ~ένων. Πβ. εργάτης, υπάλληλος. Βλ. τηλ~. ΑΝΤ. άνεργος ● ΣΥΜΠΛ.: διακινούμενος εργαζόμενος: που διαμένει και εργάζεται νόμιμα σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης., μεθοριακοί εργαζόμενοι: που ζουν σε ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εργάζονται σε άλλο, γειτονικό. [< αγγλ. frontier workers] , μετακινούμενος εργαζόμενος: που απασχολείται ως μέλος ταξιδεύοντος ή ιπτάμενου προσωπικού επιχείρησης, η οποία παρέχει υπηρεσίες μεταφορών επιβατών ή εμπορευμάτων. ● ΦΡ.: ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω (παροιμ.-αρχαιοπρ.): όποιος δεν εργάζεται (ενν. ενώ μπορεί) και κατ' επέκτ. δεν κοπιάζει, δεν δικαιούται να απολαμβάνει παροχές ή αγαθά. [< αρχ. ἐργαζόμενος, γαλλ. travailleur]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.