Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μετακινώ [μετακινῶ] με-τα-κι-νώ ρ. (μτβ.) {μετακιν-είς ..., -ώντας | μετακίν-ησα, -ήσω, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθώ, -ούμενος, -ημένος} 1. τοποθετώ κάποιον ή κάτι σε άλλη θέση, μετατοπίζω, μεταθέτω: Μπορείς να με βοηθήσεις να ~ήσουμε τον καναπέ (πβ. μεταφέρω, σηκώνω); (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ήστε (= σύρετε) το ποντίκι πάνω στην εικόνα. ~ούμενο: κάθισμα/καπάκι/φορτίο.|| (για πρόσ.) ~ήθηκε στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού.|| (μτφ.) Είναι η μόνη που τόσο καιρό δεν έχει ~ηθεί από τις αρχικές της απόψεις (: δεν τις έχει αλλάξει). ~ούμενοι ψηφοφόροι. 2. (συνήθ. μεσοπαθ.) πηγαίνω από έναν τόπο ή μέρος σε άλλο: Μέσα στην πόλη ~ούμαι με το ποδήλατο. Σε περίπτωση καύσωνα, μη ~είστε άσκοπα. Στρατιωτικές δυνάμεις ~ήθηκαν στα σύνορα. Μάζα κρύου αέρα ~ήθηκε από την Κεντρική Ευρώπη στα Βαλκάνια. Όλος ο οικισμός χρειάστηκε να ~ηθεί, για να μην κινδυνέψει από τις πλημμύρες. ● ΣΥΜΠΛ.: μετακινούμενος εργαζόμενος βλ. εργαζόμενος [< αρχ. μετακινῶ, αγγλ. move]

εργαζόμενος

εργαζόμενος, η, ο [ἐργαζόμενος] ερ-γα-ζό-με-νος επίθ. {-ου κ. -ένου}: που εργάζεται: ~ος: φοιτητής. ~η: μητέρα. ~οι: γονείς. Ο ~ λαός. Η ~η νεολαία.|| (ως ουσ.) Ανασφάλιστοι/εποχιακοί/προσωρινοί ~οι. Ο μέσος ~. Η αμοιβή/οι αποδοχές/τα δικαιώματα/το εισόδημα του ~ένου. ~οι στο Δημόσιο/στον ιδιωτικό τομέα. ~οι με μπλοκάκι/με συμβάσεις (= συμβασιούχοι). Οι ~οι των ΔΕΚΟ/του Δήμου/του εργοστασίου/του νοσοκομείου. Οι ~οι σε μεγάλες εταιρείες ή πολυεθνικές. Οι ~οι και οι συνταξιούχοι της χώρας. Αιτήματα/απεργία/διαμαρτυρία/κινητοποιήσεις των ~ένων. Πβ. εργάτης, υπάλληλος. Βλ. τηλ~. ΑΝΤ. άνεργος ● ΣΥΜΠΛ.: διακινούμενος εργαζόμενος: που διαμένει και εργάζεται νόμιμα σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης., μεθοριακοί εργαζόμενοι: που ζουν σε ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εργάζονται σε άλλο, γειτονικό. [< αγγλ. frontier workers] , μετακινούμενος εργαζόμενος: που απασχολείται ως μέλος ταξιδεύοντος ή ιπτάμενου προσωπικού επιχείρησης, η οποία παρέχει υπηρεσίες μεταφορών επιβατών ή εμπορευμάτων. ● ΦΡ.: ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω (παροιμ.-αρχαιοπρ.): όποιος δεν εργάζεται (ενν. ενώ μπορεί) και κατ' επέκτ. δεν κοπιάζει, δεν δικαιούται να απολαμβάνει παροχές ή αγαθά. [< αρχ. ἐργαζόμενος, γαλλ. travailleur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.