μεταπλασμός με-τα-πλα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. μορφολογική μεταβολή της δομής ονομάτων και ρημάτων με σκοπό την εξομάλυνση της κλίσης τους: ο ~ του "αξιώ" σε "αξιώνω". Βλ. αναλογία.2. (σπάν.) μετάπλαση. [< μτγν. μεταπλασμός, αγγλ. metaplasm]
αναλογία
αναλογία[ἀναλογία] α-να-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {αναλογιών} 1. συγκριτική σχέση μεταξύ δύο (αντιθετικών) ποσοτικών μεγεθών: εκατοστιαία/μέση/ποσοστιαία ~. ~ εσόδων-εξόδων/ύψους-πλάτους. Υψηλή/χαμηλή ~ ανδρών-γυναικών. Σχέση ~ας. ~ δύο προς ένα/επί τοις εκατό. ~ μαθητών ανά αίθουσα. Πληθυσμιακές ~ες. Η ~ ανέργων-εργαζομένων είναι ...%. Πβ. ποσοστό.|| (για σύνθεση μείγματος:) ~ες συστατικών: 2/3 σοκολάτα, 1/3 γάλα. Ουσία που περιέχεται σε μεγάλη/μικρή/σημαντική ~ στο διάλυμα. Πβ. δόση. Βλ. -λογία. ΑΝΤ. δυσαναλογία 2. σχέση μερικής ομοιότητας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οντοτήτων: ~ες στη δομή/στην εμφάνιση/στη λειτουργία/στη μορφή (μεταξύ των δύο αντικειμένων). Παρατηρούνται/υπάρχουν ~ες (μεταξύ των δύο περιστατικών). Βρίσκω/εντοπίζω ~ες.|| (ΒΙΟΛ.) Είδη που εμφανίζουν/παρουσιάζουν ~ες (πβ. ομολογία). ΣΥΝ. αντιστοιχία 3. {συνήθ. στον πληθ.} διαστάσεις: καλές/κατάλληλες ~ες. Άγαλμα/αυτοκίνητο/κτίριο με αρμονικές/κομψές/συμμετρικές ~ες. (συνήθ. για γυναίκα) Έχει τέλειες (σωματικές) ~ες/~ες μοντέλου. Πβ. αρμονία, ισορροπία, συμμετρία.4. μερίδιο που αντιστοιχεί σε κάποιον: η ~ κάποιου στα κέρδη (= το ποσοστό).5. ΜΑΘ. ισότητα μεταξύ δύο ή περισσοτέρων λόγων της μορφής α:β = γ:δ ή α/β = γ/δ: η χρυσή ~ (: που δίνει αποτέλεσμα 1,618, βλ. χρυσός αριθμός). ΣΥΝ. λόγος (10) 6. ΝΟΜ. επέκταση της εφαρμογής ενός νόμου σε παρεμφερή περίπτωση για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση: η αρχή της ~ας.7. ΦΙΛΟΣ. είδος συλλογισμού ο οποίος ξεκινά από επιμέρους κρίσεις και καταλήγει σε επίσης επιμέρους κρίση. ΣΥΝ. αναλογικός συλλογισμός. Βλ. απ-, επ-αγωγή.8. ΓΛΩΣΣ. απώλεια της διαφοροποίησης ενός τύπου και σχηματισμός του κατά το ομαλό, σύνηθες γλωσσικό σχήμα (βοηθείς > βοηθάς κατά το αγαπάς). ΣΥΝ. αναλογικός σχηματισμός. Πβ. απλοποίηση. ● ΦΡ.: κατ' αναλογία & (λόγ.) κατ' αναλογίαν & σε αναλογία: (+ γεν. ή με/προς) σε σχέση με, κατ' αντιστοιχία με, ανάλογα με: Άδεια ~ ~ του χρόνου απασχόλησης (ΣΥΝ. αναλόγως). Οι δαπάνες υπολογίζονται ~ ~ με/προς τα αναμενόμενα οφέλη (ΣΥΝ. αναλογικά). [< γαλλ. en proportion de] , τηρουμένων των αναλογιών (λόγ.): λαμβάνοντας υπόψη τις αντιστοιχίες που παρουσιάζουν δύο ή περισσότερα συγκρινόμενα στοιχεία, αλλά και το γεγονός ότι δεν είναι απολύτως όμοια: ~ ~, η ίδια κατάσταση επικρατεί και στις μέρες μας. ΣΥΝ. mutatis mutandis [< γαλλ. toutes proportions gardées] [< 1,3,4,5: αρχ. ἀναλογία, γαλλ. proportion, 2,6,7,8: αρχ. ~, γαλλ. analogie, αγγλ. analogy, γερμ. Analogie]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.