Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μεταπολίτευση με-τα-πο-λί-τευ-ση ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. μεταβολή του πολιτεύματος· (συνήθ. με κεφαλ. Μ) η αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα το 1974 και συνεκδ. η περίοδος που ακολουθεί: η γενιά της ~ης. Το φοιτητικό κίνημα στη ~. Τα πολιτικά κόμματα μετά τη ~. Βλ. δικτατορία, χούντα.

δικτατορία

δικτατορίαδι-κτα-το-ρί-α ουσ. (θηλ.) , (προφ.-εσφαλμ.) δικτακτορία 1. ΠΟΛΙΤ. (κ. με κεφαλ. Δ) καθεστώς διακυβέρνησης κατά το οποίο ένα άτομο ή μια ομάδα προσώπων, ιδ. στρατιωτικοί, καταλαμβάνουν πραξικοπηματικά την εξουσία, εκμεταλλευόμενοι την κρίσιμη κατάσταση του κράτους, και κυβερνούν τυραννικά· συνεκδ. το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: στυγνή/φασιστική ~ (= φασισμός, πβ. ναζισμός). Ανατροπή/πτώση της ~ας (και εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας). Επιβολή ~ας. Αγώνας/αντίσταση/εξέγερση ενάντια στη ~/κατά της ~ας. Οι ~ες (= τα δικτατορικά καθεστώτα) της Λατινικής Αμερικής. (Στην Ελλάδα:) Η ~ των Συνταγματαρχών (= χούντα).|| Επί ~ας/στη ~ φυλακίστηκε για τις ιδέες του. Βλ. απολυταρχία, αυταρχ-, δεσποτ-, συγκεντρωτ-ισμός, βασιλεία, ολιγαρχία, τυραννία. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) απόλυτη επικράτηση, κυριαρχία: η ~ της μειοψηφίας/των μετρίων/του Τύπου. 3. (μτφ.) αυταρχική συμπεριφορά ή κατάσταση: Έχει επιβληθεί ~ στο σπίτι. ● ΦΡ.: δικτατορία του προλεταριάτου βλ. προλεταριάτο [< μτγν. δικτατορία, γαλλ. dictature]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.