Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μετατοπίζω με-τα-το-πί-ζω ρ. (μτβ.) {μετατόπι-σα, -σει, -στηκε (λόγ. -σθηκε), -στεί (λόγ. -σθεί), μετατοπίζ-οντας, -όμενος, μετατοπι-σμένος} 1. (μτφ.) στρέφω κάτι σε διαφορετική κατεύθυνση: Το ενδιαφέρον/το κέντρο βάρους/η προσοχή της κυβέρνησης έχει ~στεί στην ανάπτυξη της περιφέρειας. Πβ. μεταφέρω. ΣΥΝ. μεταθέτω (1) 2. (κυριολ.) μετακινώ από ένα σημείο, τοπικό ή σπανιότ. χρονικό, σε άλλο: Το φορτίο ~στηκε, με αποτέλεσμα το όχημα να ντελαπάρει. Η συνάντηση ~εται (= αναβάλλεται, μετατίθεται) για τις 12.30 μ.μ.|| (επιστ.) ~σμένος: δίσκος/σπόνδυλος. ~σμένη: ισορροπία. [< μεσν. μετατοπίζω, γαλλ. déplacer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.