Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μετατρόχιο με-τα-τρό-χι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΤΕΧΝΟΛ. η απόσταση μεταξύ των κέντρων των πρόσθιων ή οπίσθιων τροχών οχήματος. Βλ. μεταξόνιο. [< γαλλ. voie]

μεταξόνιο

μεταξόνιομε-τα-ξό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΤΕΧΝΟΛ. η απόσταση μεταξύ των κέντρων εμπρόσθιου και οπίσθιου τροχού ενός οχήματος. Βλ. μετατρόχιο. [< γαλλ. empattement]