Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μετεγκέφαλος με-τε-γκέ-φα-λος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. τμήμα του εμβρυϊκού εγκεφάλου από το οποίο προκύπτει η παρεγκεφαλίδα και η γέφυρα. Βλ. μεσεγκέφαλος. [< αγγλ. metencephalon, γαλλ. métencéphale, 1924]

μεσεγκέφαλος

μεσεγκέφαλοςμε-σε-γκέ-φα-λος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. το μεσαίο τμήμα του στελέχους του εγκεφάλου, το οποίο βρίσκεται μεταξύ της γέφυρας (κάτω), του διεγκεφάλου (πάνω) και της παρεγκεφαλίδας (πίσω). Βλ. μετεγκέφαλος. [< γαλλ. mésencéphale, αγγλ. mesencephalon]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.