Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μετρητής με-τρη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ή συσκευή που υπολογίζει και καταγράφει συνήθ. μεγέθη: ηλεκτρονικός/ψηφιακός ~. ~ αποστάσεων (πβ. κοντέρ, χιλιο~)/ηλεκτρικού ρεύματος (= ρολόι, βλ. αμπερόμετρο)/θερμοκρασίας (πβ. θερμόμετρο)/κλήσεων/λίπους/νερού (πβ. υδρόμετρο)/ροής (αέρα)/παλμών (βλ. παλμογράφος)/σακχάρου/ταχύτητας (σύνδεσης στο διαδίκτυο)/υγρασίας. Βλ. παρκό-, πιεσό-, ταξί-, χρονό-μετρο, τηλε~. [< αρχ. μετρητής, γαλλ. mesureur, compteur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.