Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μετρητοίς [μετρητοῖς] με-τρη-τοίς επίρρ.: κυρ. στις ● ΦΡ.: παίρνω (κάτι) τοις μετρητοίς (μτφ.): (για λόγια) παίρνω κάτι στα σοβαρά: Μην ~εις ~ κάθε του λέξη!, τοις μετρητοίς (λόγ.): με άμεση χρηματική καταβολή: αγορά/εξόφληση ~ ~. Θα πληρώσετε ~ ~ (= με μετρητά) ή με κάρτα; Πβ. κας. ΑΝΤ. βερεσέ, επί πιστώσει [< γαλλ. au comptant]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.