αεροπλάνο[ἀεροπλάνο] α-ε-ρο-πλά-νο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.-λαϊκό) αερόπλανο: ΑΕΡΟΝ. ιπτάμενο όχημα βαρύτερο του αέρα, εφοδιασμένο με φτερά και προωθητικά όργανα: αεριωθούμενο (πβ.τζετ)/αναγνωριστικό/βομβαρδιστικό/εκπαιδευτικό/ελαφρύ/ελικοφόρο/εμπορικό/επιβατικό/ιδιωτικό/καταδιωκτικό/κατασκοπευτικό/μαχητικό/μεταγωγικό/πολεμικό/πυροσβεστικό (= ~ πυρόσβεσης)/τηλεκατευθυνόμενο (: χωρίς πιλότο)/υπερηχητικό/υποηχητικό ~. Δικινητήρια/στρατιωτικά/τετρακινητήρια ~α. Απογείωση/επιβάτες/κινητήρας/κυβερνήτης/(αυτόματος) πιλότος/(αναγκαστική) προσγείωση/πτήση/πτώση ~ου. Όργανα ~ου (π.χ. ανεμόμετρο, υψόμετρο, πυξίδα). Μέρη ~ου (λ.χ. αερόφρενα, καμπίνα πιλότου, άτρακτος, κύτος, κονσόλα ελέγχου). Χειριστής ~ου. ~ με τουρμπίνες. Μανουβράρω/οδηγώ/πιλοτάρω ένα ~. Ταξιδεύω/πετώ με ~. Επιβιβάζομαι σε ~. Παίρνω το πρώτο ~. Το ~ παίρνει/χάνει ύψος. Το ~ έκανε κύκλους πάνω από .../συνετρίβη. Πβ. αεροσκάφος. Βλ. ανεμό-, ελικό-πτερο, υδροπλάνο. [< γαλλ. aéroplane, 1855, διαδόθηκε γύρω στο 1885, avion, αγγλ. airplane, 1907]
αίσθηση[αἴσθηση] αί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως | -ήσεις, -ήσεων} 1. καθεμία από τις λειτουργίες μέσω των οποίων γίνονται αντιληπτά τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος και συνεκδ. το αποτέλεσμα της λειτουργίας αυτής, αίσθημα: ακουστική/απτική/γευστική/οπτική/οσφραντική ~. Άμβλυνση/ανάπτυξη/απουσία/απώλεια/διαταραχή/μείωση/όξυνση μιας ~ης. Ανθρώπινες/εξωτερικές (: οι πέντε ~ήσεις: ακοή, αφή, γεύση, όραση, όσφρηση)/εσωτερικές (: πόνος, πείνα)/σωματικές/χημικές (: όσφρηση, γεύση) ~ήσεις. Μυϊκή (: η αντίληψη των μυϊκών κινήσεων)/οργανική ~. Η ~ της ισορροπίας. Ανεπτυγμένη/οξυμμένη ~ της ακοής. Ο νους και οι ~ήσεις. Χάνω τις ~ήσεις μου (= λιποθυμώ). (Επ)ανακτώ/ξαναβρίσκω τις ~ήσεις μου (: συνέρχομαι από λιποθυμία). Διατηρώ/έχω τις ~ήσεις μου (: έχω επαφή με το περιβάλλον). Αντιλαμβάνομαι/γνωρίζω/προσλαμβάνω τον κόσμο μέσω των ~ήσεων.|| ~ αδυναμίας/κνησμού/ναυτίας. Η ~ της δίψας/του κρύου. Βλ. παρ~, ψευδ~. 2. αντίληψη, συνείδηση, συναίσθηση, επίγνωση: γλωσσική (ΣΥΝ. γλωσσικό αίσθημα, αισθητήριο)/ηθική/κριτική ~. Η ~ του ανήκειν/της ατομικότητας/του γελοίου/του καθήκοντος/του κινδύνου/της υπεροχής/του χρέους/του ωραίου. Έχει (ανεπτυγμένη/καλή) ~ του χιούμορ. Δεν έχει καμία/έχει χάσει την ~ της κατάστασης/της πραγματικότητας. Βλ. δι~, προ~. 3. εντύπωση, συναίσθημα: Εμπνέω/μεταδίδω/παρέχω/προσφέρω (μια) ~ ασφάλειας/εμπιστοσύνης/σιγουριάς. Αποπνέει (μια) ~ αυτοπεποίθησης/γαλήνης/μυστηρίου/υπεροχής. Κρέμα που αφήνει/χαρίζει απαράμιλλη/βελούδινη ~. Αποτελεί κοινή ~ ότι ... Έχω την ~ (= νομίζω, μου φαίνεται) ότι ... Η ~ή μου/η ~ που αποκομίζει κανείς είναι ότι κάτι δεν πάει καλά. Διάχυτη είναι η/καλλιεργείται η ~ ότι η κατάσταση βελτιώνεται (πβ. άποψη). Οι δηλώσεις του δημιούργησαν/έκαναν/προκάλεσαν/προξένησαν ~ (: ζωηρή εντύπωση, είχαν μεγάλη απήχηση). ● αισθήσεις (οι): οι ερωτικές κυρ. επιθυμίες, οι ορμές: απελευθέρωση/έκρηξη/έξαρση/ικανοποίηση των ~ήσεων. Δέσμιος των ~ήσεων. Άρωμα που αναστατώνει/απογειώνει/διεγείρει/εξάπτει/ξεσηκώνει/ξυπνά/προκαλεί τις ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αίσθηση του μέτρου: επίγνωση των ορίων: Αναπτύσσω/έχω/με διακρίνει (εξαιρετική/ισχυρή/μοναδική) ~ ~. Έχασε παντελώς την ~ ~ στο φαγητό. Παρεκτρέπεται συνεχώς, δεν έχει καθόλου/καμία ~ ~. [< γαλλ. sens de (la) mesure] , έκτη αίσθηση: διαίσθηση, ενόραση: προικισμένος με την ~ ~. Πβ. τρίτο μάτι, υπεραισθητική αντίληψη., αίσθηση του χρόνου βλ. χρόνος, αίσθηση του χώρου βλ. χώρος ● ΦΡ.: κάνει αίσθηση: δημιουργεί εντύπωση, κινητοποιεί το ενδιαφέρον: Το βιβλίο/η ταινία έχει ~ ~ (: έχει αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις). Δεν μου ~ ~ (: δεν έχω διάθεση/όρεξη) να πάω για μπάνιο. [< 1: αρχ. αἴσθησις 2: αγγλ.-γαλλ. sensation 3: γαλλ. sentiment, αγγλ. sense]
ακρότητα[ἀκρότητα] α-κρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: οτιδήποτε υπερβαίνει το μέτρο, τα όρια· η ιδιότητα αυτού που τα ξεπερνά: γλωσσικές/πολιτικές/τηλεοπτικές ~ες (= υπερβολές). ~ες και βιαιότητες. Καταδικάζω κάθε ~. Καταφεύγω/οδηγούμαι/φτάνω σε ~ες. Οδηγώ κάποιον σε ~ες. Πβ. άκρο.|| Η ~ της συμπεριφοράς. Βλ. μεσότητα, -ότητα. [< αρχ. ἀκρότης ‘μέγιστο ύψος, ακραίο σημείο’, γαλλ. extremité]
ασφάλεια[ἀσφάλεια] α-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | -ών} 1. προστασία από κίνδυνο, τραυματισμό, βλάβη, ζημιά, καθώς και τα συναφή προστατευτικά μέτρα: δημόσια/διεθνής/εθνική/εναέρια/εργασιακή/κρατική/νομική/οικονομική/περιβαλλοντική/υγειονομική ~. Πυρηνική/στρατιωτική/συλλογική ~. ~ αεροσκάφους/πλοίου/φορτίου. ~ τροφίμων. Τεχνικοί ~είας. Για μεγαλύτερη ~. Για λόγους ~είας. Η ~ της πόλης/του σπιτιού/των συνόρων. Η στατική ~ της κατασκευής. ~ των καταναλωτών/των πολιτών. Η υγιεινή και ~ των εργαζομένων. Υποδείξεις για ~ από ηλεκτρισμό/σεισμό. Πρόληψη και ~. Βρίσκω/παρέχω ~. Δεν ετέθη σε κίνδυνο η ~ των επιβατών. Απειλείται/διακυβεύεται/εδραιώνεται η ~. Βλ. βιο~, πυρ~. 2. κατάσταση ή αίσθηση απουσίας κινδύνου: συναισθηματική ~. Αίσθημα ~ας. ~ και σιγουριά. Νιώθω ~ στο σπίτι μου. ΑΝΤ. ανασφάλεια 3. (ειδικότ.) διασφάλιση, κατοχύρωση, διαφύλαξη του απορρήτου: (ΝΟΜ.) εμπράγματη ~. Περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται ως ~ (= εγγύηση) για την αγορά.|| Απόλυτη/αυξημένη/υψηλή ~. ~ επικοινωνίας. ~ πληροφοριών/στοιχείων. Ηλεκτρονικές συναλλαγές με ~ των δεδομένων. 4. βεβαιότητα, σιγουριά: Πρόβλημα που δεν μπορεί να υπολογιστεί με ~. Συμπέρασμα που προκύπτει με ~. Με ~ προβλέπεται ότι … 5. (με κεφαλ. το αρχικό Α) υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, αρμόδια για τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης· συνεκδ. το κτίριο όπου εδρεύει: Γενική/(παλαιότ.) Ειδική ~. Η ~ ερευνά την υπόθεση και εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα.|| Ο δράστης/κατηγορούμενος κρατείται/προσήχθη στην ~. Μάρτυρες που κλήθηκαν στην ~, για να εξεταστούν. 6. φρουρά: ιδιωτική ~. Η προσωπική ~ του Υπουργού. Ειδοποιώ την ~ του κτιρίου. Βλ. σεκιούριτι. 7. ασφαλιστική εταιρεία, σύμβαση, ασφαλιστικό ταμείο, γενικότ. ασφάλιση: Η ~ καλύπτει τη ζημιά.|| Ιδιωτική/μικτή/ομαδική/προαιρετική/ταξιδιωτική/υποχρεωτική ~. ~ κλοπής/περίθαλψης/περιουσίας/σύνταξης/υγείας. ~ αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας/σκάφους. Εμπειρογνώμονες/μεσίτες ~ών. Κάνω ~ (: υπογράφω συμβόλαιο).|| (για ασφάλιστρα) Πληρώνω την ~. Ακριβή/φτηνή ~.|| (προφ.) Θα εισπράξει την ~ (= την αποζημίωση).|| Έχω ~ (δημοσίου). Βλ. αντ~, τραπεζοασφάλειες. 8. ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή που χρησιμοποιείται για την προστασία ενός ηλεκτρικού κυκλώματος από ρεύμα με ένταση μεγαλύτερη από το κανονικό: Έπεσε/κάηκε η ~ (του γενικού διακόπτη). Συσκευές με ενσωματωμένη αυτόματη ~ κατά της υπερθέρμανσης. Βλ. ρελέ. 9. μηχανισμός για προστασία, αποτροπή βλάβης, ανεπιθύμητης ή επικίνδυνης λειτουργίας: Η ~ του όπλου (: που εμποδίζει την τυχαία εκπυρσοκρότησή του).|| (σε αυτοκίνητο) Κλείνω την πόρτα και βάζω ~. ● ασφαλείας (λόγ.): για να χαρακτηριστεί κάτι που παρέχει προστασία: διακόπτης/συναγερμός/φωτιστικά ~. Ρολά ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αντίγραφα ~ (= μπακ-απ). Κενό ασφαλείας. Κωδικός ~ (= πάσγουορντ ή πιν). ● ΣΥΜΠΛ.: ασφάλεια ζωής: σύμβαση με ασφαλιστική εταιρεία η οποία αναλαμβάνει τα έξοδα ιατρικής περίθαλψης ή την καταβολή αποζημίωσης, σε περίπτωση θανάτου ή ατυχήματος του ασφαλισμένου. [< γαλλ. assurance (sur la) vie] , ασφάλεια πυρός: ασφάλιση που καλύπτει ενδεχόμενη πυρκαγιά: ~ ~ και άλλων κινδύνων (π.χ. κλοπής/σεισμού). ~ ~ αυτοκινήτου/επιχείρησης/σπιτιού. Παρέχεται ~ ~. (βλ. πυρασφάλεια), δυνάμεις Ασφαλείας: αστυνομικές δυνάμεις επιφορτισμένες με τη διασφάλιση της τάξης. Βλ. ΜΑΤ. [< αγγλ. security forces, 1948] , ενεργειακή ασφάλεια: προστασία από τον κίνδυνο εξάντλησης των αποθεμάτων ενέργειας. [< αγγλ. energy security, 1960], ενεργητική ασφάλεια: που παρέχεται στον οδηγό από τα διάφορα συστήματα του αυτοκινήτου για την αποφυγή ατυχήματος (π.χ. σύστημα πέδησης, ABS, TCS)., κοινωνική ασφάλεια (συνήθ. με κεφαλ. τα αρχικά Κ,Α): παροχή οικονομικής βοήθειας και υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας από ένα κράτος στους πολίτες: ~ ~ και κοινωνική αρωγή. Δίκαιο (της) ~ής ~ας. Πβ. κοινωνική ασφάλιση., μέτρα ασφαλείας: σύνολο μέτρων για την πρόληψη επαπειλούμενης διατάραξης της δημόσιας τάξης (όπως: κλοπής, κατασκοπείας, τρομοκρατικών ενεργειών): αυστηρά/δρακόντεια/έκτακτα/ισχυρά ~ ~. Ειδικά ~ ~ έλαβε η αστυνομία κατά τη διεξαγωγή του αγώνα. [< αγγλ. security measures, 1952] , οδική ασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που αποσκοπούν στην προστασία όσων κινούνται στο οδικό δίκτυο: ~ ~ και κυκλοφοριακή αγωγή. [< αγγλ. road safety, γαλλ. sécurité routière] , παθητική ασφάλεια: που παρέχει η καμπίνα και γενικότ. το αμάξωμα στους επιβάτες σε περίπτωση σύγκρουσης. [< αγγλ. passive security] , πληροφορίες ασφαλείας: (κυρ. σε προϊόντα ή υπηρεσίες) οδηγίες για την διασφάλιση της σωστής χρήσης τους και την προστασία του καταναλωτή ή του χρήστη., Συμβούλιο Ασφαλείας: ΠΟΛΙΤ. μόνιμο Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών, υπεύθυνο για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας, με πέντε μόνιμα κράτη-μέλη και δέκα επιλεγμένα εκ περιτροπής μεταξύ άλλων κρατών-μελών: Αποφάσεις/ψηφίσματα του ~ίου ~είας. [< αγγλ. Security Council, 1946] , συστήματα ασφαλείας {σπανιότ. στον εν.}: τεχνολογικά προϊόντα διαφόρων ειδών που έχουν ως σκοπό την αποτροπή κινδύνου: ηλεκτρονικά/προηγμένα/σύγχρονα ~ ~. ~ ~ και πυρανίχνευσης/συναγερμού. Πβ. σύστημα προστασίας. [< αγγλ. security systems] , Σώματα Ασφαλείας: το Αστυνομικό, το Λιμενικό και το Πυροσβεστικό Σώμα και το προσωπικό που υπηρετεί στα Σώματα αυτά: Οι Ένοπλες Δυνάμεις και τα ~ ~ (= δημόσια δύναμη)., τιμή ασφαλείας: (κυρ. για αγροτικά προϊόντα) τιμή κάτω από την οποία δεν μπορεί να πωληθεί κάτι: κατώτατη ~ ~., υψίστης ασφαλείας (λόγ.): για να χαρακτηριστεί κάτι που παρέχει τη μέγιστη ασφάλεια: μέτρα/φυλακές ~ ~., φυσική ασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται για την προστασία του προσωπικού και των δεδομένων μιας επιχείρησης, ενός οργανισμού από φυσικές καταστροφές. [< αγγλ. physical security] , αντίγραφο ασφαλείας βλ. αντίγραφο, απόσταση ασφαλείας βλ. απόσταση, ασφαλιστική δικλείδα/δικλείδα ασφαλείας βλ. δικλείδα, ζώνη ασφαλείας βλ. ζώνη, κάμερα ασφαλείας βλ. κάμερα, κλειδαριά ασφαλείας βλ. κλειδαριά, πιστοποιητικό ασφαλείας βλ. πιστοποιητικό, πόρτα ασφαλείας βλ. πόρτα, προσωπικό ασφαλείας βλ. προσωπικό, Τάγματα Ασφαλείας βλ. τάγμα, φως ασφαλείας βλ. φως ● ΦΡ.: με ασφάλεια: με τρόπο που να παρέχει προστασία από κίνδυνο: Οδηγώ/ταξιδεύω ~ ~., ησυχία, τάξη και ασφάλεια βλ. ησυχία [< 1: αρχ. ἀσφάλεια 2,3,4,6,7: γαλλ. sécurité, sûreté 5: αγγλ. insurance, γαλλ. assurance]
ασφαλιστικός, ή, ό [ἀσφαλιστικός] α-σφα-λι-στι-κός επίθ. 1. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται στην ασφάλιση: ~ός: κλάδος/κώδικας/νόμος/όμιλος/πράκτορας/σύμβουλος/φορέας. ~ή: διάταξη/εισφορά/νομοθεσία. ~ό: δίκαιο/συμβόλαιο. ~οί: όροι. ~ά: ένσημα/ταμεία. Βλ. αλληλ~, αντ~, χρηματο~. 2. που προστατεύει κάποιον ή κάτι από κίνδυνο, που παρέχει ασφάλεια: ~ός: μηχανισμός. ● Ουσ.: ασφαλιστικό (το): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. σύστημα ασφάλισης των εργαζομένων· κατ' επέκτ. ό,τι σχετίζεται με αυτό: το ~ των δημόσιων υπαλλήλων/ελεύθερων επαγγελματιών. Αλλαγή/μεταρρύθμιση του ~ού. Διάλογος/κινητοποιήσεις/νομοσχέδια για το ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ασφαλιστικά δικαιώματα: δυνατότητες κυρ. συνταξιοδότησης, περίθαλψης, κοινωνικής ασφάλισης που παρέχονται από ασφαλιστικούς φορείς σε δικαιούχους: ώριμα ~ ~. Εργασιακά/κοινωνικά/μισθολογικά ~ ~. ~ ~ των γυναικών. [< αγγλ. insurance rights] , ασφαλιστικά μέτρα: ΝΟΜ. που διατάσσονται από το δικαστήριο προσωρινά για την εξασφάλιση ή διατήρηση δικαιώματος ή τη ρύθμιση κατάστασης: Διέταξε/κατέθεσε ~ ~ εναντίον/κατά ... Αίτηση/απόφαση/εκδίκαση/λήψη ~ών ~ων., ασφαλιστική (εταιρεία): επιχείρηση που παρέχει ασφάλειες., ασφαλιστική σύμβαση: με την οποία η ασφαλιστική επιχείρηση (ο ασφαλιστής) παρέχει προστασία στον ασφαλισμένο έναντι ασφαλίστρου., ασφαλιστικός οργανισμός: που παρέχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και σύνταξη στους ασφαλισμένους του., ασφαλιστικά/αναλογιστικά μαθηματικά βλ. μαθηματικά, ασφαλιστική δικλείδα/δικλείδα ασφαλείας βλ. δικλείδα, ασφαλιστική ενημερότητα βλ. ενημερότητα [< μεσν. ασφαλιστικός 'έγκυρος', γερμ. Versicherungs-]
βαθμόςβαθ-μός ουσ. (αρσ.) 1. καθένας από τους αριθμούς-υποδιαιρέσεις μιας κλίμακας μέτρησης ενός μεγέθους· ειδικότ. μονάδα συστήματος μέτρησης: (ΜΕΤΕΩΡ.) Η θερμοκρασία άγγιξε τους/έφτασε τους/σκαρφάλωσε στους σαράντα ~ούς Κελσίου.|| (ΓΕΩΦ.) Σεισμός μεγέθους 4,6 ~ών της κλίμακας Ρίχτερ.|| (ΙΑΤΡ.) Έχει τρεις ~ούς μυωπία.|| (ΧΗΜ.) Αλκοολικός ~ του οίνου. ~ καθαρότητας (του νερού)/οξύτητας (= πεχά). 2. αριθμός ή γράμμα που δηλώνει την αξιολόγηση της επίδοσης μαθητή, φοιτητή ή άλλου εξεταζόμενου ή διαγωνιζόμενου: (στο σχολείο:) ~ προαγωγής από την Α' στη Β' Λυκείου. Απολυτήριο με (συνολικό/τελικό) ~ό (= μέσο όρο) 18 ("λίαν καλώς"). Βγήκαν οι ~οί των εξετάσεων. Μοιράστηκαν οι ~οί (= οι έλεγχοι). Είχε καλούς ~ούς στα μαθήματα.|| (στις πανελλήνιες:) Υπολογισμός του γενικού ~ού πρόσβασης (βλ. μόρια). Ανακοίνωση των ~ών εισαγωγής (= βάσεων).|| (στην τριτοβάθμια εκπαίδευση:) Γραπτός/προφορικός ~. Ο ~ του πτυχίου.|| -Τι ~ό πήρες στο τεστ; -Είκοσι/εκατό στα εκατό (= άριστα). ΣΥΝ. βαθμολογία (1) 3. ΑΘΛ. μονάδα ή μονάδες που δίνονται σε παίκτη ή ομάδα: Απέσπασε/πήρε τον ~ό της ισοπαλίας. Τσίμπησε ~ό. Έχασε/κέρδισε/συγκέντρωσε (πολύτιμους/χρυσούς) ~ούς. ΣΥΝ. βαθμολογία (1), πόντος1 (3) 4. ένταση, επίπεδο, μέτρο, ποσότητα: ~ ενεργειακής απόδοσης/κλίσης (μιας επιφάνειας)/παραμόρφωσης/υγρασίας.|| ~ ακρίβειας (μιας πρόβλεψης)/δυσκολίας (των θεμάτων)/σταθερότητας (των τιμών). ~ ανάπτυξης (βλ. ρυθμός). Επίτευξη του επιθυμητού ~ού ασφάλειας. Εκτίμηση ~ού επικινδυνότητας. Διατήρηση υψηλού ~ού/μείωση του ~ού ετοιμότητας. Σε ποιο/τι ~ό αντιμετωπίστηκαν τα προβλήματα; Πβ. ποσοστό.|| ~ αξιοπιστίας/βεβαιότητας/εμπιστοσύνης/επίδρασης/ευθύνης. Σε ενοχλητικό/μεγάλο/σημαντικό ~ό. Στον υπέρτατο ~ό. Αναισθησία στον μέγιστο ~ό. Κοροϊδία πρώτου ~ού. …για να διαπιστωθεί ο ~ στον οποίο έχει επιτευχθεί εξάλειψη φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας. 5. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. θέση σε ιεραρχική κλίμακα: στέρηση ~ού. Συνταξιοδοτήθηκε με τον ~ό του Διοικητή/Προϊσταμένου. Βλ. βαθμολόγιο.|| Οι ~οί των νοσοκομειακών γιατρών (: Επιμελητής Α'/Β', Διευθυντής).|| (ΣΤΡΑΤ.) Οι ~οί στον Στρατό Ξηράς/στην ΠΑ/στο ΠΝ. (Σώματα Ασφαλείας:) Οι ~οί στην ΕΛ.ΑΣ./στο Λιμενικό/στην Πυροσβεστική. Βλ. Στρατηγός, (Αντι/Υπο)στράτηγος, Ταξίαρχος, (Αντι)Συνταγματάρχης, Ταγματάρχης, (Ανθ)Υπο)Λογαγός, Ανθυπασπιστής, (Αρχι/Επι)Λοχίας, Δεκανέας. Βλ. (Αντι/Υπο)Ναύαρχος, (Αντι/Αρχι/(Ανθ)Υπο)Πλοίαρχος, Πλωτάρχης, Σημαιοφόρος, (Αρχι/Επι)Κελευστής, Δίοπος. Βλ. (Αντι/Υπο)Πτέραρχος, Ταξίαρχος, (Αντι)Σμήναρχος, (Επι/(Ανθ)Υπο)Σμηναγός, (Αρχι/Επι/Υπο)Σμηνίας. Βλ. (Αρχι/Αστυ)φύλακας, (Ανθ)Υπ)Αστυνόμος. Βλ. (Αντι/Αρχι)Πύραρχος, (Επι/(Ανθ)Υπο)Πυραγός, Πυρονόμος, (Αρχι)Πυροσβέστης. Βλ. αγρο-νόμος, -φύλακας. 6. κατάταξη, σειρά σε κλίμακα βαρύτητας: (ΙΑΤΡ.) ~ αναπηρίας/κακοήθειας. Ασθενείς με μεγάλου/σοβαρού ~ού νεφρική ανεπάρκεια. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθμός πολυωνύμου: ΜΑΘ. ο μεγαλύτερος από τους εκθέτες της μεταβλητής που εμφανίζεται σε ένα πολυώνυμο. [< γαλλ. degré d'un polynôme] , πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού: κατηγοριοποίηση που δηλώνει κλίμακα ιεραρχίας, πολυπλοκότητας, σπουδαιότητας: (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης ~ ~.|| (ΜΑΘ.) Εξισώσεις/πολυώνυμα ~ ~.|| (ΙΑΤΡ.) Διαστρέμματα/θλάσεις ~ ~. Βλ. έγκαυμα.|| (ΝΟΜ.) Φόνος πρώτου/δευτέρου βαθμού. [< αγγλ. first/second/third degree] , (συγγενείς/συγγένεια) πρώτου/δευτέρου/τρίτου ... βαθμού βλ. συγγένεια, βαθμοί σύγκρισης βλ. σύγκριση, βαθμός συγγένειας βλ. συγγένεια, βαθμός/βαθμοί ελευθερίας βλ. ελευθερία, θετικός βαθμός βλ. θετικός, συγκριτικός βαθμός βλ. συγκριτικός, υπερθετικός βαθμός βλ. υπερθετικός ● ΦΡ.: σε τέτοιο βαθμό, που (να)/ώστε να ...: τόσο πολύ ή τόσο καλά, ώστε ...: Παρουσιάζει τις καταστάσεις εξιδανικευμένες ~, που (να) φαντάζουν ανυπόστατες. Δεν τον γνωρίζω ~, ώστε να του λέω τα πάντα. Σε/στο ~ (= σημείο) μάλιστα που ..., στον βαθμό/στο μέτρο που μου αναλογεί: όσο με αφορά: ~ ~, είμαι υπεύθυνος (: αλλά μέχρι ενός σημείου)., ως έναν βαθμό & (λόγ.) μέχρι(ς) ενός βαθμού: μέχρι ενός σημείου: Η άποψή του είναι, ~ ~, δικαιολογημένη/κατανοητή/σωστή. ~ ~, έχει δίκιο. Πβ. κάπου, κάπως. [< γαλλ. jusqu'à un certain degré] , ανάκριση τρίτου βαθμού βλ. ανάκριση, στο μέτρο/στον βαθμό που βλ. μέτρο, στο μέτρο/στον βαθμό του εφικτού βλ. εφικτός [< 1,5: μτγν. βαθμός 2,3,4,6: γαλλ. degré, αγγλ. degree]
δανδήςδαν-δής ουσ. (αρσ.) {δανδ-ήδες} (παλαιότ.): άντρας με υπερβολική κομψότητα στο ντύσιμο και λεπτεπίλεπτους τρόπους: ~ και ωραιοπαθής. Γνωστός ~ των κοσμικών σαλονιών. Ντύνεται σαν ~ του 19ου αιώνα. ΣΥΝ. κομψευόμενος [< αγγλ.-γαλλ. dandy]
δεκα- & δεκ-& δεκά- & δέκ-: α' συνθετικό που δηλώνει 1. ότι κάτι διαθέτει δέκα στοιχεία ή είναι δέκα φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: δεκα-ήμερος. Δεκά-χρονος/~ωρος. Δεκ-αθλητής. Δέκ-αθλο.|| Δεκα-πλάσιος. 2. τη δεκάδα σε απόλυτα αριθμητικά: δεκα-τρία.
δυνατός, ή, ό δυ-να-τός επίθ. 1. που έχει δύναμη, αντοχή και κατ' επέκτ. δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί, να αντικρουστεί: ~ός: αντίπαλος/όμιλος/παίκτης. ~ή: καρδιά/μνήμη (= γερή). ~ό: σουτ. ~ά: δόντια. Σωματικά ~. Γερός/νέος και ~ (= εύρωστος, ρωμαλέος, στιβαρός. ΑΝΤ. ασθενικός). Νιώθω ~ και σε πολύ καλή φυσική κατάσταση.|| Λακ για ~ό κράτημα (ενν. των μαλλιών, πβ. ανθεκτικός).|| (για μηχανήματα) ~ός: κινητήρας. ~ό: αυτοκίνητο (: με μεγάλη απόδοση)/εργαλείο (= πολύ καλό).|| (μτφ.) ~ός: χαρακτήρας. ~ή: θέληση/πίστη (= ακλόνητη)/προσωπικότητα. ~ό: όπλο/χαρτί (: στην τράπουλα). ~ά: επιχειρήματα (ΑΝΤ. σαθρά). Το ~ό μου σημείο (ΑΝΤ. αχίλλειος πτέρνα).|| (ως ουσ.) Οι ~οί της Γης. ΣΥΝ. ισχυρός (1) ΑΝΤ. αδύναμος (1), αδύνατος (3), ανίσχυρος 2. που έχει πολλές δυνατότητες, ικανότητες ή τις απαιτεί: ~ός: μαθητής/υπολογιστής. ~ό: μυαλό. ~ στα μαθήματα (πβ. ικανός). Σταυρόλεξο για ~ούς λύτες.|| ~ό: τεστ (= απαιτητικό, δύσκολο). 3. που έχει μεγάλη ένταση: ~ός: άνεμος (πβ. σφοδρός)/ήλιος (= καυτός)/ήχος/θόρυβος/κρότος/σεισμός. ~ή: βροχή. ~ό: φως/ψύχος (= δριμύ). ~ά: συνθήματα.|| ~ός: πονοκέφαλος (= οξύς). ~ό: γέλιο.|| (μτφ.) ~ός: έρωτας (= σφοδρός). ~ή: συγκίνηση. ~ό: αίσθημα. Οι ~ές στιγμές (της καριέρας του). ΣΥΝ. έντονος (1), ισχυρός (2) ΑΝΤ. ανεπαίσθητος, ήπιος (2) 4. που προκαλεί έντονη αίσθηση, επίδραση: ~ός: στίχος. ~ό: ξεκίνημα/πρόγραμμα (για κέντρο διασκέδασης). ~ές: εικόνες (της χρονιάς που πέρασε). Δίσκος γεμάτος συνεργασίες με ~ά ονόματα.|| (με συστατικά σε μεγάλη αναλογία) ~ός: καφές (πβ. βαρύς). ~ή: γεύση/μυρωδιά. ~ό: άρωμα/κρασί/ποτό/τσάι/φάρμακο. 5. που μπορεί να γίνει, εφικτός, ενδεχόμενος, πραγματοποιήσιμος: Ο υψηλότερος ~ βαθμός απόδοσης. Ο μεγαλύτερος/μέγιστος/μικρότερος ~ αριθμός αντιτύπων. Ο χώρος βιντεοσκοπείται, προκειμένου να είναι ~ ο έλεγχός του. Δεν καθίσταται ~ή η χορήγηση άδειας. Παροχή κάθε ~ής βοήθειας. Χρόνος ~ής αποχώρησης. Το καλύτερο ~ό αποτέλεσμα. Κάναμε ό,τι ήταν ανθρωπίνως ~ό. Επίλυση του προβλήματος με όλους τους ~ούς τρόπους. Δεν είναι ~ή (= επιτρεπτή) η πρόσβαση. Βλ. πιθανός.|| (ως ουσ.) Όσο το ~ό(ν) γρηγορότερα/καλύτερα. Το αργότερο/συντομότερο/ταχύτερο ~ό.|| (απρόσ.) Πώς είναι ~όν να ...;|| (επιφωνηματικά, για να δηλωθεί απορία, έκπληξη, δυσαρέσκεια) Δεν είναι ~όν! (: είναι αδύνατο, ανέφικτο, απίστευτο). Μα είναι ~όν; Αν είναι ~όν! ● επίρρ.: δυνατά: με δύναμη: Τον έσπρωξαν ~ κι έπεσε κάτω. (προφ.) Πάμε γερά, πάμε ~, παιδιά! ● ΣΥΜΠΛ.: δυνατός/ισχυρός τύπος (προσωπικής αντωνυμίας): ΓΡΑΜΜ. η πλήρης μορφή της, όπου διατηρείται ο τόνος: Ο ~ ~ του "με" είναι "εμένα", του "σε" "εσένα" και του "τον" "αυτόν". ΑΝΤ. αδύνατος τύπος, γερά/ατσάλινα νεύρα βλ. νεύρα ● ΦΡ.: αν είναι δυνατό & (αρχαιοπρ.) ει δυνατόν: αν γίνεται: Τα χρήματα θα πρέπει να καταβληθούν, ~ ~, σήμερα κιόλας., βάζω τα δυνατά μου (προφ.): κάνω κάτι όσο καλύτερα μπορώ, καταβάλλω μεγάλες προσπάθειες: Βάλε ~ ~ σου (= προσπάθησε όσο μπορείς) στα μαθήματα. Έβαλα όλα μου τα δυνατά για να κερδίσω. ~ ~ να πετύχω το στόχο μου., είναι δυνατό(ν) να ...: ενδέχεται, μπορεί, ίσως., κατά το δυνατό(ν)/όσο είναι δυνατό(ν)/στο μέτρο του δυνατού/(μέσα) στα όρια/πλαίσια του δυνατού: όσο μπορεί κανείς, όσο είναι εφικτό: Ενημερώνομαι/προσπαθώ/συμβάλλω σε κάτι ~ ~. Λαμβάνονται ~ ~ ειδικά μέτρα προστασίας. Αποφεύγω ~ ~ τις αντιπαραθέσεις., κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου βλ. αδύνατος, ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό βλ. σκοτώνω, πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά βλ. γρήγορα [< αρχ. δυνατός]
εξάντας[ἑξάντας] ε-ξά-ντας ουσ. (αρσ.) ΝΑΥΤ.-ΑΣΤΡΟΝ.: όργανο για τη μέτρηση της γωνιακής απόστασης μεταξύ ουράνιων σωμάτων και ορίζοντα. Βλ. αζιμούθιο, αστρολάβος, οκτάντας. [< πβ. αρχ. ἑξᾶς 'το ρωμαϊκό νόμισμα sextans', γαλλ.-αγγλ. sextant]
εφικτός, ή, ό [ἐφικτός] ε-φι-κτός επίθ. (λόγ.): πραγματοποιήσιμος: ~ός: στόχος. ~ή: λύση/συνεργασία. ~ό: σχέδιο. ~ά: αιτήματα. Προτάσεις ρεαλιστικές και ~ές. Δεν ήταν ~ή η συμφωνία των δύο πλευρών. Είναι θεωρητικά/πρακτικά/τεχνικά ~ό να ... Πβ. κατορθωτός, εφαρμόσ-, υλοποιήσ-ιμος.|| (ως ουσ.) Το επιθυμητό/ευκταίο και το ~ό. ΑΝΤ. ανέφικτος ● ΦΡ.: στο μέτρο/στον βαθμό του εφικτού (απαιτ. λεξιλόγ.): όσο είναι δυνατό, στα πλαίσια του δυνατού: Προσπαθήσαμε για το καλύτερο, ~ ~. [< αρχ. ἐφικτός]
ημίμετρα[ἡμίμετρα] η-μί-με-τρα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -έτρων | σπανιότ. στον εν. ημίμετρο}: ανεπαρκή μέτρα ή μέσα που δεν επιλύουν ουσιαστικά και ριζικά ένα πρόβλημα: πολιτική ~ων. Χρειάζονται διαρθρωτικές αλλαγές σε βάθος και όχι ~. Το νέο νομοσχέδιο δεν αποτελεί λύση, αλλά ~ο κατά της ... [< πβ. μτγν. ἡμίμετρον 'μισό μέτρο', γαλλ. demi-mesures]
κυβικός, ή, ό κυ-βι-κός επίθ. 1. (επιστ.) που έχει σχήμα κύβου ή που σχετίζεται με τον κύβο: (ΦΥΣ.) ~ή: διαστολή στερεών.|| (ΚΡΥΣΤ.) ~ή: δομή (κρυστάλλου). Ορυκτό που κρυσταλλώνεται στο ~ό σύστημα. 2. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης που υπολογίζεται ή ορίζεται σε όγκο κύβου: ~ή: γιάρδα/ίντσα/παλάμη. ~ό: πόδι/χιλιοστό(μετρο). ~ό: χιλιόμετρο νερού/πάγου. 3. ΜΑΘ. υψωμένος στον κύβο (στην τρίτη δύναμη): ~ός: αριθμός (= τέλειος κύβος). ~ή: εξίσωση/καμπύλη. ~ά: πολυώνυμα. ● Ουσ.: κυβικά (τα) {σπάν. στον εν.}: ενν. μέτρα ή εκατοστά: δέκα ~ μπετόν/χαλίκι.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ., για κινητήρες οχημάτων) Αυτοκίνητο/μηχανή ... ~ών. Πβ. κυβισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κυβικό μέτρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο (συντομ. κ.μ./κ.εκ./κ.δεκ./κ. χιλ., σύμβ. m3/cm3/dm3/mm3): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης όγκου η οποία ισούται με κύβο που η κάθε ακμή του είναι ίση με ένα μέτρο/εκατοστό/δεκατόμετρο. Βλ. λίτρο, τετραγωνικό δεκατόμετρο/εκατοστό/μέτρο/χιλιόμετρο. ● ΦΡ.: άραξε στα κυβικά σου! βλ. αράζω, δεν είναι για τα κιλά/κυβικά μου βλ. κιλό [< αρχ. κυβικός, γαλλ. cubique, αγγλ. cubic]
-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.
-λόγοςεπίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. ειδικό επιστήμονα ή επαγγελματία: (o/η) αρχαιο~/αστικο~/βιο~/θεο~/παθο~. Εκλογο~.|| Ηλεκτρο~. Βλ. -γράφος. 2. πρόσωπο που συνηθίζει να τοποθετείται ή να εκφράζεται με συγκεκριμένο τρόπο: (αρνητ. συνυποδ.) καταστροφο~/κινδυνο~.|| Ευφυο~. Καυχησιο~/λασπο~/χυδαιο~. 3. (σπάν.) άτομο που συλλέγει ό,τι δηλώνει η πρωτότυπη λέξη: ανθο~/σταχυο~. 4. (σπανιότ.-μόνο στο αρσ.) εργαλείο: βιδο~.
-νομίαεπίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρονται 1. σε υπηρεσία αρμόδια για την εφαρμογή κανονισμών ή την τήρηση των νόμων: αγορα~/αγρο~/δασο~.|| Aστυ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Αερο~/ναυτο~/στρατο~. 2. στο νομικό δίκαιο, στην ύπαρξη κανόνων: ευ~/ισο~/κακο~/πολυ~. 3. σε επιστήμη: αρχειο~/αστρο~/μετρο~ (πβ. -λογία).|| (ειδικότ. με αντικείμενο τη διαχείριση) Oικο~.
-όλη: επίθημα σε ενώσεις με μία ή περισσότερες ομάδες αλκαλικού υδροξειδίου: αιθαν~ (= οινόπνευμα, βλ. αιθυλικός)/μεθαν~ (= ξυλόπνευμα, βλ. μεθυλικός). Βενζ~/προπαν~/φαιν~. Βλ. -άνιο.
σταθμάσταθ-μά ουσ. (ουδ.) (τα): ζύγια, βάρη: ~ για ζύγιση (= βαρίδια). Κυρ. στη ● ΦΡ.: δύο μέτρα και δύο σταθμά: για περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει ανισότητα, μεροληψία και ευνοϊκότερη μεταχείριση ορισμένων ατόμων: Κρίνει/λειτουργεί με ~ ~. Ισχύουν ~ ~., μέτρα και σταθμά βλ. μέτρο [< αρχ. σταθμά]
στήνωστή-νω ρ. (μτβ.) {έστη-σα, στή-σω, -θηκα, -θεί, -μένος, στήν-οντας} 1. τοποθετώ κάτι ή κάποιον όρθιο, σε θέση ισορροπίας ή ακινησίας, κάνω να σταθεί: ~ την κεραία/τη σημαία/το τρίποδο. ~ άγαλμα/προτομή. ~ την εικόνα (πάνω) στο ράφι. ~ κάποιον στα πόδια του (: τον βοηθώ να σηκωθεί, συνήθ. μετά από πέσιμο). ~ την μπάλα. Οι δρομείς ~θηκαν στη γραμμή εκκίνησης. ~θείτε για φωτογραφία (πβ. παίρνω πόζα, ποζάρω)! Έχω ~θεί (= στέκομαι) απέναντι/έξω από το μαγαζί/μπροστά στην οθόνη/στην ουρά και περιμένω. 2. κατασκευάζω, συναρμολογώ, ανεγείρω: ~ τη βιβλιοθήκη/την εξέδρα/το μηχάνημα (πβ. μοντάρω)/(εκθεσιακό) περίπτερο/την πλατφόρμα/σκαλωσιές/τα σκηνικά/τραπεζάκια. ~ κατάλυμα/κατασκήνωση/καταυλισμό/σκηνή. ~ουν οδοφράγματα. ~ (ΑΡΧ.) βωμό/μνημείο. 3. δημιουργώ, διοργανώνω, θέτω σε λειτουργία και ειδικότ. οργανώνω κάτι ανάρμοστο ή παράνομο, συχνά προκαθορίζοντας την έκβασή του: ~ αερογέφυρα (βοηθείας)/γιορτή/γλέντι/δίκτυο/μια δουλειά/έκθεση/επιχείρηση/εταιρεία/μια ιστοσελίδα/(νοσοκομειακή) μονάδα/μπουφέ/νοικοκυριό/(δική μου) ομάδα/μια παράσταση/ένα περιοδικό/σπιτικό/ένα σχέδιο.|| ~ απάτη/κόλπο/κομπίνα/πλεκτάνη/σκευωρία. ~ουν επιτροπές/δικαστήρια (στα κανάλια)/φιέστες. ~ αγώνα/διαγωνισμό/παιχνίδι (πβ. σκηνοθετώ). Βλ. συ~. ● ΦΡ.: στήνω ενέδρα/καρτέρι/παγίδα & (προφ.) τη στήνω σε κάποιον: περιμένω κρυμμένος την κατάλληλη στιγμή, για να του επιτεθώ και κατ' επέκτ. τον παγιδεύω: Του ~σαν ~ έξω από το κέντρο, για να λύσουν τις διαφορές τους.|| Με πιάσανε κορόιδο, μου την ~σαν!, στήνω κάποιον (προφ.): καθυστερώ πολύ να πάω σε ραντεβού μαζί του ή δεν πηγαίνω καθόλου και κατ' επέκτ. δεν ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες του: Με ~σε μέσα στο κρύο/μία ολόκληρη ώρα. Κανόνισε να/κοίτα μη με ~σεις πάλι!|| Ο νεαρός άσος ~σε την ομάδα, απογοητεύοντας τους οπαδούς., στήνω κάποιον στα έξι/τρία μέτρα (μτφ.): επικρίνω έντονα και συχνά άδικα: Ολομέτωπη επίθεση του βουλευτή: τους ~σε ~. Πβ. στήνω κάποιον στον τοίχο., στήνω μπλόκο (προφ.): αποκλείω περιοχή, τοποθετώντας εμπόδια: Η αστυνομία είχε στήσει ~, απαγορεύοντας τη διέλευση των οχημάτων., τη στήνω (προφ.): περιμένω σε συγκεκριμένο σημείο για μεγάλο χρονικό διάστημα: Ο λαχειοπώλης ~ ~ει (: έχει στέκι) συνήθως στην πλατεία. Την ~σε έξω από το σπίτι, για να τους κάνει τσακωτούς., του την έχω στήσει/στημένη (αργκό): καραδοκώ, για να βλάψω κάποιον: Του την είχαν ~ έξω απ' το μαγαζί, για να τον τρομάξουν λιγάκι.|| (μτφ.) Μου την έχουν ~ στη γωνία με το παραμικρό λάθος που θα κάνω (πβ. περιμένω κάποιον στη γωνία/στροφή)., βγαίνω/στήνω παγανιά βλ. παγανιά, θα σου στήσω άγαλμα βλ. άγαλμα, στήνονται κάλπες βλ. κάλπη, στήνω (τον) χορό βλ. χορός, στήνω καβγά βλ. καβγάς, στήνω κάποιον στον τοίχο βλ. τοίχος, στήνω κώλο βλ. κώλος, στήνω/βάζω (τ') αυτί (μου) βλ. αυτί, στήνω/φυλάω καραούλι βλ. καραούλι ● βλ. στημένος [< μεσν. στήνω]
σύγκριση
σύ-γκρι-ση ουσ. (θηλ.): εντοπισμός ομοιοτήτων και διαφορών μεταξύ προσώπων, πραγμάτων, καταστάσεων, συχνά με στόχο την αξιολογική τους κρίση: άδικη/αναπόφευκτη/ποιοτική/στατιστική ~. ~ αποδόσεων (π.χ. διαφόρων εταιρειών)/αποτελεσμάτων/εκδόσεων/μεγέθους (πλανητών και αστέρων)/μισθών/μοντέλων (αυτοκινήτων)/πολιτισμών/προϊόντων/προσφορών/τιμών. Δυνατότητα/κριτήρια/μέθοδος/πίνακας/στοιχεία/(ΠΛΗΡΟΦ.) τελεστές/τρόπος ~ης. Μόλις τους δεις μαζί, μοιραία κάνεις τη ~ (: τους συγκρίνεις). Οι δαπάνες του περσινού έτους παρατίθενται για λόγους ~ης. Η ~ αποβαίνει εις βάρος/υπέρ ... Επιλέξτε τα προϊόντα που σας ενδιαφέρουν για άμεση/αυτόματη ~. Απόλυτη ~ δεν μπορεί να γίνει ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές. Βλ. παρομοίωση. ΣΥΝ. αντιπαραβολή, αντιπαράθεση (2), παραβολή (3), παραλληλισμός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: βαθμοί σύγκρισης: ΓΡΑΜΜ. οι ειδικοί τύποι επιθέτων ή επιρρημάτων που δηλώνουν τον βαθμό στον οποίο διαθέτει ένα όνομα ή ένα ρήμα μία ποιότητα ή ιδιότητα. Βλ. θετικός, συγκριτικός, υπερθετικός (βαθμός), παραθετικά., μέτρο σύγκρισης: το σημείο αναφοράς κατά την αξιολόγηση πραγμάτων, προσώπων, καταστάσεων: Δεν έχω/δεν υπάρχει (κοινό) ~ ~. Αν πάρουμε ως ~ ~ την κλασική αρχαιότητα, ..., όρος σύγκρισης: ΓΡΑΜΜ. καθένας από τους δύο συντακτικούς όρους που αντιπαραβάλλονται μεταξύ τους ως προς μία ιδιότητα, ποιότητα την οποία δηλώνει ένα επίθετο ή επίρρημα συγκριτικού βαθμού: Στην πρόταση "Ο χρυσός είναι ακριβότερος από το ασήμι", πρώτος ~ ~ είναι "ο χρυσός" και δεύτερος "από το ασήμι". ● ΦΡ.: δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση & δεν τίθεται θέμα σύγκρισης & (προφ.) καμία/ούτε σύγκριση: για πρόσωπα ή πράγματα τόσο διαφορετικά, που δεν επιδέχονται σύγκριση, συχνά επειδή θεωρείται αυτονόητη η υπεροχή του ενός έναντι των υπολοίπων: Δεν υπάρχει ~ ανάμεσα στις δύο ομάδες.|| Έχει αλλάξει πάρα πολύ, καμία ~ με το παρελθόν. Πβ. καμία σχέση. ΣΥΝ. συγκρίνεται ...;/δεν συγκρίνεται ..., πέρα από κάθε σύγκριση (εμφατ.): για κάποιον ή κάτι ασύγκριτο, αξεπέραστο: τοπία πανέμορφα, ~ ~. [< αγγλ. beyond all comparison] , σε σύγκριση με/προς ... & (λόγ.) εν συγκρίσει με: σε σχέση με, συγκρίνοντας με: ο ρόλος του άνδρα ~ ~ αυτόν της γυναίκας στην ελληνική οικογένεια., κάποιος (δεν) αντέχει (σ)τη σύγκριση με κάποιον άλλο βλ. αντέχω [< μτγν. σύγκρισις, γαλλ. comparaison]
τετραγωνικός, ή, ό τε-τρα-γω-νι-κός επίθ.: που έχει τετράγωνο σχήμα: ~ός: χώρος. ~ή: δομή/κάτοψη/πλάκα. ~ό: κτίσμα.|| (ΜΑΘ.) ~ός: πίνακας (: που έχει τον ίδιο αριθμό γραμμών και στηλών). Βλ. διαγώνιος, κυκλικός, ορθογώνιος. ● ΣΥΜΠΛ.: τετραγωνική ρίζα (θετικού αριθμού χ) (σύμβ. √): ΜΑΘ. αριθμός που, όταν υψωθεί στο τετράγωνο, δίνει τον αριθμό χ: H ~ ~ του εννέα είναι το τρία. [< γαλλ. racine carrée] , τετραγωνικό μέτρο/χιλιόμετρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο (συντομ. τ.μ./τ.χλμ./τ.εκ./τ.δεκ./τ. χιλ., σύμβ. m2/km2/cm2/dm2/mm2): ΜΑΘ. βασικές μονάδες μέτρησης εμβαδού: τιμή διαμερίσματος ανά ~ μέτρο. (για πληθυσμιακή πυκνότητα) ... κάτοικοι ανά ~ χιλιόμετρο.|| Μεζονέτα διακοσίων τετραγωνικών (ενν. μέτρων).|| (μτφ.-εμφατ.) Έψαξε κάθε ~ εκατοστό του σπιτιού. Βλ. κυβικό μέτρο/εκατοστό/δεκατόμετρο. [< γαλλ. mètre carré] [< μτγν. τετραγωνικός]
-τεχνίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά 1. σε χειρωνακτική ή πνευματική τέχνη ή το αποτέλεσμά της: λιθο~/μεταλλο~/μικρο~/υαλο~.|| Χειρο~ (πβ. -τέχνημα).|| Λογο~. 2. σε ιδιότητα ή χαρακτηριστικό: αριστο~/δεξιο~/κακο~.[πβ. γαλλ. -technie, αγγλ. -techny
τρέχων, ουσα, ον τρέ-χων επίθ. {τρέχ-οντος (θηλ. -ούσης), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.) 1. (για χρον. διάστημα) που διανύεται τη στιγμή που μιλά κάποιος: η ~ουσα εβδομάδα/ημερομηνία/περίοδος. Το ~ον εξάμηνο. Εντός του ~οντος έτους. Ο προηγούμενος, ο ~ και ο επόμενος μήνας. Στις 22 ~οντος (ενν. μηνός) θα γίνει η εξέταση. Πβ. τωρινός. 2. που βρίσκεται σε εξέλιξη, ισχύ ή υπό επεξεργασία τη δεδομένη χρονική στιγμή ή περίοδο: ~ων: διαγωνισμός/φόρος. ~ουσα: έκδοση/κατανάλωση/κατάσταση/πρόβλεψη/προσφορά. ~ον: θέμα/τεύχος. ~ουσες: δραστηριότητες/εκδηλώσεις/εξελίξεις/οφειλές/προκηρύξεις/προσκλήσεις. ~οντα: γεγονότα/έξοδα (= τρεχούμενα)/έργα/προβλήματα (πβ. καθημερινά). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ον: αρχείο/κείμενο/πρόγραμμα. Κωδικός (του) ~οντος χρήστη (: που κάνει χρήση του συστήματος αυτή τη στιγμή). Τερματισμός της ~ουσας σύνδεσης. Αποφάσεις/δαπάνες/υποθέσεις ~ούσης φύσεως. Αντιμετώπιση/κάλυψη των ~ουσών αναγκών.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ον: επιτόκιο (πβ. ονομαστικός). ● ΣΥΜΠΛ.: τρέχον μέτρο: το μέτρο ως μονάδα μέτρησης του μήκους, που ισχύει στη δεδομένη περίπτωση, συνήθ. ως τρόπος χρέωσης οικοδομικών υλικών ή εργασιών: βάρος/τιμή ανά ~ ~. Κάγκελα σιδήρου από ... ευρώ το ~ ~., ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βλ. ισοζύγιο, οδεύον/τρέχον κύμα βλ. οδεύω, πραγματική/τρέχουσα αξία βλ. αξία, τρέχον νόμισμα βλ. νόμισμα, τρέχουσα τιμή βλ. τιμή [< αρχ. τρέχων, γαλλ. courant]
-φωνίαεπίθημα με αναφορά 1. στη φωνή: α~.|| Κακο~. 2. ΜΟΥΣ. σε εκτέλεση ενός κομματιού από ορισμένο αριθμό φωνών: τρι~.|| Μονο~.|| Αντι~. 3. στην έννοια της γνώμης: πολυ~.|| Δια~/ομο~. 4. σε συγκεκριμένη μορφή επικοινωνίας: τηλε~. Ραδιο~. 5. σε σύνολο χωρών με κοινή γλώσσα: γαλλο~.
χρονόμετροχρο-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. διάταξη, όργανο ή συσκευή μέτρησης (και ένδειξης) της χρονικής διάρκειας ενέργειας ή δραστηριότητας: αναλογικό/ατομικό/αυτόματο/ηλεκτρονικό/ναυτικό/σκακιστικό/ψηφιακό ~. ~ αντίστροφης μέτρησης/με ηχητικό σήμα/χεριού. Ρολόι-~. Το ~ του γηπέδου. Το ~ κατέγραψε ... Κρατώ ~ (= χρονομετρώ). Μηδενίζω/σταματώ το ~. ΣΥΝ. χρονομέτρης. Βλ. μετρητής, μετρονόμος, πολυδονητής.|| (μτφ., χρόνος:) Υπό την πίεση του χρονομέτρου. Με αντίπαλο το ~. Βλ. -μετρο. ● ΦΡ.: έσπασε τα χρονόμετρα & τρέλανε τα χρονόμετρα (μτφ., κυρ. σε αγώνες ταχύτητας): ΑΘΛ. σημείωσε εντυπωσιακή επίδοση: (για δρομέα) ~ ~ (= τα κοντέρ, το ρεκόρ) στα ... μέτρα. (για πιλότο της φόρμουλα 1 ή για αγωνιστικό αυτοκίνητο) ~ ~ στα δοκιμαστικά., με το χρονόμετρο (μτφ.): με απόλυτη ακρίβεια: Κάνει/κανονίζει τα πάντα ~ ~. Πβ. με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού. [< γαλλ. chronomètre, αγγλ. chronometer]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ