Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μηνυτής μη-νυ-τής ουσ. (αρσ.) , μηνύτρια (η): ΝΟΜ. πρόσωπο που υποβάλλει μήνυση: Η δίκη άρχισε με την κατάθεση του ~ή.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. ΣΥΝ. εγκαλών, ενάγων ΑΝΤ. εγκαλούμενος, εναγόμενος [< 1: γαλλ. plaignant 2: αρχ. μηνυτής]