αιώρημα[αἰώρημα] αι-ώ-ρη-μα ουσ. (ουδ.) {αιωρήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΧΗΜ. ανομοιογενές μείγμα που αποτελείται από πολύ μικρά στερεά σωματίδια ή υγρά σταγονίδια διεσπαρμένα σε ρευστή ουσία: ~ λιπάσματος. Ατμοσφαιρικά/στερεά/υδατικά ~ατα. ~ατα και γαλακτώματα. Καθίζηση/κατακράτηση/πολυμερισμός/φίλτρο ~άτων. ΣΥΝ. εναιώρημα 2. ΑΡΧ. (στο αρχαίο θέατρο) ξύλινος γερανός, τοποθετημένος πίσω από τη σκηνή, για την εμφάνιση των υποκριτών που υποδύονταν τους "από μηχανής θεούς". ΣΥΝ. μηχανή (7) [< 1: γαλλ. suspension 2: αρχ. αἰώρημα]
ακυρωτικός, ή, ό [ἀκυρωτικός] α-κυ-ρω-τι-κός επίθ. 1. που ακυρώνει, που μπορεί να κρίνει ή να καταστήσει κάτι άκυρο: ~ός: δικαστής/νόμος/όρος. ~ή: αίτηση/απόφαση/αρμοδιότητα/δίκη/πράξη/συμφωνία. ~ό: αίτημα/δεδικασμένο/στοιχείο/τιμολόγιο. ΣΥΝ. αναιρετικός ΑΝΤ. επικυρωτικός, κυρωτικός (1) 2. που οφείλεται σε ακύρωση: ~ά: τέλη (κράτησης).|| (ως ουσ.) Τα εισιτήρια ακυρώνονται χωρίς ~ά (ενν. τέλη). ● επίρρ.: ακυρωτικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Ακυρωτικό Δικαστήριο: ΝΟΜ. ανώτατο δικαστήριο που ακυρώνει δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες προσβάλλονται με ένδικα μέσα· ο Άρειος Πάγος δικάζει τις αιτήσεις αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων και ορισμένων βουλευμάτων και το Συμβούλιο Επικρατείας κατά των αποφάσεων των Διοικητικών Εφετείων: Προσέφυγαν σε ~ ~. [< γαλλ. Cour de cassation] , ακυρωτικό μηχάνημα: ειδικό μηχάνημα στα ΜΜΜ που σφραγίζει το εισιτήριο και καταργεί τη δυνατότητα επαναχρησιμοποίησής του: Επικυρώστε το εισιτήριο στο ~ ~. [< γαλλ. abrogatif]
ανυψωτικός, ή, ό [ἀνυψωτικός] α-νυ-ψω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. κατάλληλος για ή σχετικός με την ανύψωση: ~ός: εξοπλισμός/μηχανισμός. ~ή: πλατφόρμα. ~ές-μεταφορικές μηχανές. ● ΣΥΜΠΛ.: ανυψωτικά (μηχανήματα): που προορίζονται ή χρησιμοποιούνται για ανύψωση (φορτίου): ηλεκτροκίνητα/πετρελαιοκίνητα ~. ~ ~ μετακομίσεων. [< γαλλ. élévateur, élévatoire]
γαζωτικός, ή, ό γα-ζω-τι-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: γαζωτική μηχανή: ΤΕΧΝΟΛ. ραπτομηχανή. Βλ. κοπτοράπτης.
γκουγκλουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (νεαν. αργκό) γούγλης (ο): ΔΙΑΔΙΚΤ. μία από τις γνωστότερες μηχανές αναζήτησης: αποτελέσματα του ~. Βρίσκω/ψάχνω στο ~. Βλ. ψαχτήρι. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Google, 1998]
γλώσσα[γλῶσσα] γλώσ-σα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ης | -ες, -ών} 1. ΓΛΩΣΣ. φωνητικο-ακουστικό σύστημα συμβατικών σημείων μιας κοινότητας ανθρώπων για τη διατύπωση ή ανταλλαγή σκέψεων και πληροφοριών, καθώς και για την παγίωση και μετάδοση από γενιά σε γενιά εμπειρίας και γνώσης, το οποίο βασίζεται σε νοητικές διαδικασίες, καθορίζεται κοινωνικά και υπόκειται στην ιστορική εξέλιξη: αγγλική/αρχαία/βοηθητική/δημοτική/διεθνής/εθνική/ελληνική/μεσαιωνική/περιφερειακή/τοπική ~. Διάλεκτοι/ιδιωματισμοί/λέξεις (βλ. λεξιλόγιο)/μονάδες (βλ. φώνημα, μόρφημα)/μορφολογία (βλ. γραμματική) της ~ας. Ιστορία/προέλευση/σύνταξη μιας ~ας. Ανάλυση/γνώση/διδακτική/κακοποίηση/κωδικοποίηση/περιγραφή/προστασία/τυποποίηση (βλ. νόρμα)/χρήση της ~ας. Αδελφές/άκλιτες/ανάμικτες (βλ. κρεολή, λίνγκουα φράνκα, πίτζιν)/ασθενείς/ειδικές/ισχυρές/κλασικές/κλιτές/μειονοτικές/ξένες/συγγενικές/τονικές (βλ. κινέζικα) ~ες. Εργαστήριο/τυπολογία ~ών. Επαφή των ~ών. Διδάσκω μια ~. Λεξικό της ...~ας. Διδασκαλία της Νέας Ελληνικής ως ξένης ~ας. Μεταγραφή σε μια ~ (βλ. γκρίκλις). Μεταφράζω από μια ~ προς/σε μια άλλη. Μιλώ δύο/πολλές ~ες (βλ. δί-, πολύ-γλωσσος, γλωσσομάθεια). Βλ. λόγος, μεταγλώσσα, (συν)ομιλία, πρωτόγλωσσα.|| (με κεφαλ. Γ, το αντίστοιχο μάθημα) Η ~ της Γ' τάξης. 2. (ειδικότ.) ο προφορικός ή γραπτός λόγος, ο τρόπος έκφρασης ενός ατόμου, μιας ηλικιακής, κοινωνικής ή επαγγελματικής ομάδας, μιας επιστήμης ή εποχής: ανεπίσημη/απλή/αρχαΐζουσα/δημώδης/δόκιμη/ειδική (βλ. ζαργκόν)/επίσημη/επιστημονική/ιδιωματική/καθημερινή/καλλιεργημένη/κοινή/λαϊκή/λόγια/ομιλούμενη/παιδική/ποιητική/πρότυπη/σύγχρονη/τεχνική ~. ~ διδασκαλίας/επικοινωνίας/εργασίας. Η ~ του διαδικτύου/της διαφήμισης/του Δικαίου/των ειδήσεων/της λογοτεχνίας/της μετάφρασης/των ΜΜΕ/των νέων (βλ. κοινωνιόλεκτος)/της πιάτσας (βλ. αργκό)/ενός ποιητή (βλ. ιδιόλεκτος, στιλ, ύφος)/των πολιτικών/της τεχνολογίας. Ανεπαρκές/ικανοποιητικό επίπεδο ~ας. Η μουσικότητα της ~ας. Γράφω/διαβάζω/εκφράζομαι/επικοινωνώ/λέω κάτι σε μια ~. ~ και γραμματεία/ιδεολογία/κοινωνία/πολιτισμός/φύλο.|| Αγοραία/ανεπιτήδευτη/αυστηρή/αφηρημένη/βρόμικη/γλαφυρή/κατανοητή/κομψή/κυνική/κυριολεκτική/μεταφορική/περίτεχνη/πικρή/πλούσια/πρόστυχη/ρέουσα/σεξιστική/στρυφνή/στρωτή/συμβολική (: αλληγορική)/σύνθετη/χυδαία (βλ. λέξη ταμπού)/ωμή ~. Χρησιμοποίησε σκληρή ~. Έχει φαρμακερή ~ (: είναι φαρμακόγλωσσος). Βλ. βρομόγλωσσα.|| (μτφ.) Τρέχει η ~ του νεράκι (: μιλά με ευχέρεια). Βλ. διατύπωση. 3. ευκίνητο μακρόστενο μυώδες όργανο στη στοματική κοιλότητα και συνεκδ. οτιδήποτε έχει το συγκεκριμένο σχήμα: η διχαλωτή ~ του φιδιού. Η τραχιά ~ της γάτας. (ΜΑΓΕΙΡ.) Αρνίσια/βοδινή ~.|| Άσπρη/ροδαλή ~. Ο βλεννογόνος/οι θηλές/η κορυφή/η ρίζα/ο χαλινός της ~ας. Η ~ ως όργανο της γεύσης/της ομιλίας (βλ. αρθρωτής). Ξεράθηκε/στέγνωσε η ~ μου. Δάγκωσα/έκαψα τη ~μου. Πλαταγίζω τη ~ μου. Γλείφω με τη ~.|| Η ~ της καμπάνας/της κλειδαριάς (βλ. γλωσσίδι)/του κουδουνιού/του παπουτσιού. ~ες γης/στεριάς (βλ. λωρίδα, μύτη)/φωτιάς (βλ. φλόγα). 4. (μτφ.) μη λεκτικός τρόπος έκφρασης ή/και επικοινωνίας: η ~ της αγάπης/της αλήθειας/των αριθμών/της βίας/της εξουσίας/της ζωγραφικής/της καρδιάς/του κινηματογράφου/της λογικής/των λουλουδιών/των ματιών/της μουσικής/του χορού/του χρήματος/των χρωμάτων. Η ~ των ζώων/των μελισσών/των πουλιών.|| Η ~ του σώματος. Βλ. παρα~.|| ~ (των) σφυριγμάτων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ες υπολογιστή. ~ HTML. Βλ. ψευδο~. 5. ΙΧΘΥΟΛ. θαλάσσιο ψάρι (οικογ. Soleidae) με ωοειδές πλατύ σώμα, λευκή εύγευστη σάρκα και μικρά, σκληρά λέπια: ~ καπνιστή. Φιλέτα ~ας. Βλ. ιππόγλωσσα. 6. ΦΙΛΟΛ. (σπανιότ.) απαρχαιωμένη ή άγνωστη λέξη ή έκφραση που χρειάζεται ερμηνεία (γλῶττα). ● Υποκ.: γλωσσίτσα (η) & γλωσσούλα (η) & γλωσσάκι (το): Βγάζει τη ~ του.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Έχει κοφτερή ~! (: είναι ετοιμόλογος, καυστικός). ● Μεγεθ.: γλωσσάρα (η): (προφ.) Ο σκύλος τους έχει μία ~ να!|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Έχει μια ~ ίσαμε το μπόι του! (: είναι πολύ αναιδής). ● ΣΥΜΠΛ.: γλώσσα μηχανής: ΠΛΗΡΟΦ. γλώσσα δυαδικών εντολών που είναι άμεσα εκτελέσιμες από τον επεξεργαστή: μετάφραση προγράμματος σε ~ ~. Βλ. κωδικοποίηση, συμβολική γλώσσα. [< αγγλ. machine language, 1947] , γλώσσα προγραμματισμού: ΠΛΗΡΟΦ. τυπικό σύστημα συμβόλων που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία του ανθρώπου με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή: συναρτησιακές ~ες ~. ~ες ~ υψηλού/χαμηλού επιπέδου. [< αγγλ. programming language, 1959] , δεύτερη γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. αυτή που μαθαίνεται και χρησιμοποιείται από μη μητρικούς ομιλητές: η Ελληνική ως ~ ~. Βλ. μητρική/πρώτη γλώσσα., Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών: η 26η Σεπτεμβρίου που καθιερώθηκε με αφορμή το Ευρωπαϊκό Έτος Γλωσσών (2001), προκειμένου να αντιληφθεί ο κόσμος τη σημασία της διά βίου εκμάθησης γλωσσών και να συνειδητοποιήσει τη γλωσσική πολυμορφία της Ευρώπης. [< αγγλ. European Day of Languages] , ζωντανή γλώσσα 1. που έχει φυσικούς ομιλητές, που ομιλείται σε συγχρονικό επίπεδο: ~ές και νεκρές γλώσσες.|| Η ~ ~ του λαού (: η δημοτική σε αντιδιαστολή με την καθαρεύουσα). 2. έντονο, ζωηρό ύφος. [< γαλλ. langue vivante] , η γλώσσα της σιωπής (μτφ.): μη λεκτικός τρόπος επικοινωνίας με τον οποίο μπορεί να δηλωθεί συγκατάβαση, συγκατάθεση, θαυμασμός, σεβασμός ή περιφρόνηση: Απάντησε με τη ~ ~ (πβ. η σιωπή μου προς απάντησή σου). [< αγγλ. the language of silence] , κανονική γλώσσα: ΠΛΗΡΟΦ. γλώσσα παραγόμενη από μια κανονική γραμματική: ~ ~ προγραμματισμού. [< αγγλ. regular language] , μητρική/πρώτη γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. ο πρώτος γλωσσικός κώδικας που κατακτά το παιδί. Βλ. δεύτερη γλώσσα. [< γαλλ. langue maternelle/première] , νεκρή γλώσσα: που δεν μιλιέται πια. Βλ. γλωσσικός θάνατος. ΑΝΤ. ζωντανή γλώσσα (1) [< γαλλ. langue morte] , ξύλινη γλώσσα: άκαμπτη, τυποποιημένη, δογματική γλώσσα, συνήθ. της πολιτικής προπαγάνδας: η ~ ~ της γραφειοκρατίας/των κομμάτων/των πολιτικών. Βλ. κλισέ. [< γαλλ. langue de bois] , πύρινη γλώσσα 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} φλόγα: ~ες ~ες έκαψαν χιλιάδες στρέμματα δάσους.|| (ειδικότ. ΘΕΟΛ., συμβολισμός του χαρίσματος που δέχθηκαν οι Απόστολοι από το Άγιο Πνεύμα την ημέρα της Πεντηκοστής, πβ. γλωσσολαλιά). 2. (μτφ.) ύφος, λόγος γεμάτος ένταση και πάθος: ρήτορες με ~ ~. Χρησιμοποίησε ~ ~ (: εξαπέλυσε μύδρους) κατά ..., τυπική γλώσσα 1. (στη μαθηματική Λογική και στην Πληροφ.) σύνολο από σειρές χαρακτήρων που ανήκουν σε ένα πεπερασμένο σύστημα στοιχείων (αλφάβητο): ~ ~ αναπαράστασης. Η γλώσσα προγραμματισμού είναι μία ~ ~. Βλ. αυτόματο, τυπική γραμματική. 2. συμβατικός, επιτηδευμένος τρόπος έκφρασης: η ~ ~ των δημοσίων εγγράφων/του σχολείου. [< αγγλ. formal language] , αναλυτικές γλώσσες βλ. αναλυτικός, απομονωμένη γλώσσα βλ. απομονωμένος, απομονωτικές γλώσσες βλ. απομονωτικός, γερμανικές γλώσσες βλ. γερμανικός, γλώσσα σήμανσης βλ. σήμανση, επίσημη γλώσσα βλ. επίσημος, Ευρωπαϊκό Πορτφόλιο/Χαρτοφυλάκιο Γλωσσών βλ. πορτφόλιο, ινδοευρωπαϊκές γλώσσες βλ. ινδοευρωπαϊκός, μητέρα γλώσσα βλ. μητέρα, νοηματική γλώσσα βλ. νοηματικός, νόσος της κυανής γλώσσας βλ. νόσος, οικογένεια γλωσσών/γλωσσική οικογένεια βλ. οικογένεια, πολυσυνθετική γλώσσα βλ. πολυσυνθετικός, ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες βλ. ρομανικός, συγκολλητικές γλώσσες βλ. συγκολλητικός, συμβολική γλώσσα βλ. συμβολικός, συμπεριληπτική γλώσσα βλ. συμπεριληπτικός, συνθετικές γλώσσες βλ. συνθετικός, συνθηματική γλώσσα βλ. συνθηματικός, τεχνητή γλώσσα βλ. τεχνητός, τριχωτή γλώσσα βλ. τριχωτός, φυσική γλώσσα βλ. φυσικός ● ΦΡ.: βάζω χαλινάρι στη γλώσσα μου (μτφ.-προφ.): προσέχω ή μετριάζω τα λόγια μου., βγάζει γλώσσα (μτφ.-προφ.): μιλά προσβλητικά, με αναίδεια, αυθαδιάζει: Τολμάει και ~ ~; Για δες το μικρό, έβγαλε ~! Πβ. αντιμιλώ., βγάζω τη γλώσσα (σε κάποιον/κάτι): δείχνω τη γλώσσα μου σε κάποιον και κατ' επέκτ. κοροϊδεύω, περιφρονώ: Μου έβγαλε ~ ~ και χαμογέλασε αυτάρεσκα., γλώσσα-πηγή/γλώσσα-στόχος & γλώσσα αφετηρίας/γλώσσα αφίξεως: αυτή που μεταφράζεται και αυτή στην οποία καταλήγει η μετάφραση: Mεταφορά κειμένου από τη ~-πηγή στη ~-στόχο.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Διδασκαλία στη ~-στόχο. [< αγγλ. source language/target language, 1953] , δεν (το) πάει η γλώσσα μου (προφ.): διστάζω να μιλήσω από σεβασμό, ντροπή ή φόβο μήπως γίνω δυσάρεστος: ~ ~ να την κατηγορήσω. Έχω πολλά να πω, αλλά ~ ~., δεν βάζει γλώσσα μέσα (του) (προφ.): μιλάει αδιάκοπα, φλυαρεί: Δεν έβαζε ~ ~, λες κι είχε φάει γλιστρίδα., δένεται η γλώσσα μου (κόμπος) (μτφ.): δυσκολεύομαι να μιλήσω: Μου δέθηκε η ~ από την αγωνία. Ξαφνιάστηκε τόσο, που του δέθηκε η ~ του κόμπος και δεν είπε λέξη., έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι/παπούτσι (μτφ.-προφ.): στέγνωσε (συνήθ. από τη δίψα)., έχει μεγάλη γλώσσα (προφ.-μτφ.) 1. & έχει μακριά/μια γλώσσα: αυθαδιάζει: ~ ~, πρόσεχε μη σε πιάσει στο στόμα της! 2. κολακεύει, για να εξυπηρετήσει το συμφέρον του. ΣΥΝ. γλείφω (2), έχω κάτι στην άκρη της γλώσσας μου (μτφ.): είμαι έτοιμος να πω ή να θυμηθώ κάτι: Μια στιγμή, στην ~ ~ το 'χω (: για λέξη ή έκφραση). [< γαλλ. avoir (un mot) sur le bout de la langue] , η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει (παροιμ.): τα λόγια, συνήθ. τα κακοπροαίρετα σχόλια, μπορεί να πληγώσουν ανεπανόρθωτα: Σκέψου τι θα ξεστομίσεις, ~ ~., κακές γλώσσες & κακά στόματα: (μετωνυμ.) όσοι σχολιάζουν κακοπροαίρετα τους άλλους: ~ ~ διαδίδουν/επιμένουν/υποστηρίζουν ότι ... Οι ~ ~ δεν την έχουν πιάσει στο στόμα τους. Όπως λένε οι ~ ~... Βλ. καλοθελητής.|| Τον έφαγαν οι ~ ~ (= τον γλωσσόφαγαν)! [< γαλλ. (les) mauvaises langues] , μάζεψε τη γλώσσα σου (απειλητ.): πρόσεξε τα λόγια σου, μην αυθαδιάζεις, μη βρίζεις: Για ~ ~, σε παρακαλώ! ~ ~ λιγάκι και μην προσβάλλεις τους άλλους!, μάλλιασε η γλώσσα μου/(σπάν.) το στόμα μου (προφ.) & (σπάν.-λαϊκό) γάνιασε η γλώσσα μου: ως έκφραση αγανάκτησης για τη μάταιη επανάληψη του ίδιου πράγματος: ~ ~ να το λέω/το εξηγώ, μα πού ν' ακούσουν!, με τρώει η γλώσσα μου (μτφ.-προφ.): θέλω πολύ να πω κάτι που είναι αρνητικό, δυσάρεστο ή μυστικό: Μέρες τώρα ~ ~, αλλά κρατιέμαι., μιλώ άλλη/διαφορετική γλώσσα με κάποιον (μτφ.): έχουμε διαφορετικό τρόπο σκέψης: Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε, μιλάμε ~ ~., μιλώ την ίδια γλώσσα με κάποιον (μτφ.): έχω τις ίδιες αντιλήψεις, κοινό κώδικα επικοινωνίας: Είναι νωρίς να λες ότι ~άτε την ίδια ~, αφού μόλις γνωριστήκατε., μου βγήκε η γλώσσα (μτφ.-προφ.): λαχανιάζω και κατ' επέκτ. ταλαιπωρούμαι: ~ ~ (έξω) ν' ανεβώ τις σκάλες.|| Του βγαίνει ~ ~ απ' την κούραση (= ξεθεώνεται). Πβ. μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι., φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου! & που να φας τη γλώσσα σου!: (προφ., ως απάντηση) για αποτροπή αρνητικών προβλέψεων: ~ ~ (: πάψε, μη γρουσουζεύεις, μην κακομελετάς) όλα θα πάνε καλά! ΣΥΝ. κουνήσου από τη θέση σου, χτύπα/να χτυπήσω ξύλο!, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει μέλι βλ. στάζω, (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει φαρμάκι/δηλητήριο/κακία/χολή βλ. στάζω, αλέθει η γλώσσα του/της βλ. αλέθω, γλώσσα παπούτσι, μυαλό κουκούτσι βλ. παπούτσι, γλώσσα/γλώττα λανθάνουσα (τ' αληθή/(την) αλήθεια(ν) λέγει) βλ. λανθάνων, η γλώσσα του/της πάει ροδάνι βλ. ροδάνι, θα σου κόψω τη γλώσσα βλ. κόβω, κατάπιε τη γλώσσα του βλ. καταπίνω, λύνεται η γλώσσα μου βλ. λύνω, μπερδεύω τα λόγια μου/τη γλώσσα μου/τα μπερδεύω βλ. μπερδεύω, να μην προτρέχει η γλώσσα της διανοίας/της σκέψης βλ. προτρέχω, πιπέρι στο στόμα/στη γλώσσα! βλ. πιπέρι, πριν μιλήσεις, βούτα τη γλώσσα στο μυαλό σου βλ. βουτώ, στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω, το έχω στο στόμα/στη γλώσσα (μου) βλ. στόμα [< αρχ. γλῶσσα, γαλλ. langue, αγγλ. language, γερμ. Sprache]
ηλεκτρικός, ή, ό [ἠλεκτρικός] η-λε-κτρι-κός επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡ. που σχετίζεται με τον ηλεκτρισμό· ειδικότ. που παράγεται ή προξενείται από αυτόν: ~ός: αγωγός/έλεγχος. ~ή: γεννήτρια (= ηλεκτρογεννήτρια)/επαφή/ισχύς/καλωδίωση/μηχανική (= ηλεκτρομηχανική)/μόνωση/πηγή (βλ. μπαταρία)/ροή/σύνδεση/τάση. ~ό: δίκτυο/κύκλωμα/σήμα/σύστημα/φως. ~ές: ασφάλειες/ιδιότητες (σώματος)/μετρήσεις. ~ά: καλώδια. Πβ. ηλεκτρολογικός.|| ~ός: θόρυβος. ~ή: ανάφλεξη/θέρμανση (βλ. αερόθερμο, θερμάστρα, κονβέκτορας)/συγκόλληση (= ηλεκτροσυγκόλληση)/φόρτιση. ~ό: φως. ~ά: ερεθίσματα (βηματοδότη)/κύματα. Βλ. ατμο~, βιο~, δι~, ισο~, πιεζο~, ραδιο~, υδρο~, φωτο~, μαγνητικός, φωτοβολταϊκός. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που χρησιμοποιεί ηλεκτρική ενέργεια για την κίνηση ή τη λειτουργία του: ~ός: εξοπλισμός/κινητήρας (= ηλεκτροκινητήρας). ~ή: κουζίνα/λάμπα/οδοντόβουρτσα/σόμπα/τουρμπίνα. ~ό: μαχαίρι. ~ά: εργαλεία/μάτια (= ~ές εστίες)/μηχανήματα/όργανα/παράθυρα (αυτοκινήτου). Μαγαζί με ~ές (οικιακές) συσκευές. Πβ. ηλεκτροκίνητος. Βλ. ηλεκτρονικός. 3. (ειδικότ., για μουσικό όργανο) που ο ήχος του μετατρέπεται σε ηλεκτρικό σήμα με τη βοήθεια μετατροπέα ενέργειας και, στη συνέχεια, εξέρχεται ενισχυμένος από το μεγάφωνο ενισχυτή: ~ή: κιθάρα. ~ό: βιολί/μπάσο.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: μουσική. ΑΝΤ. ακουστικός (2) ● Ουσ.: ηλεκτρικά (τα) (προφ.): ενν. είδη ή καλώδια και γενικότ. ο ανάλογος εξοπλισμός: κατάστημα με ~.|| Βλάβη στα ~., ηλεκτρικό (το) (προφ.): ενν. ρεύμα· σπανιότ. η εγκατάσταση που το παρέχει· συνεκδ. ο λογαριασμός της ΔΕΗ: διακοπή ~ού. Έμειναν χωρίς ~.|| Το συνεργείο ήρθε να συνδέσει το ~.|| Ξέχασε να πληρώσει το ~ και του το έκοψαν. ● επίρρ.: ηλεκτρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρικές γραμμές & (προφ.) γραμμές: αγωγοί μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος· ηλεκτρικά καλώδια: εναέριες ~ ~. ~ ~ υψηλής τάσης. Βλ. πυλώνας. [< αγγλ. electric lines], ηλεκτρικές εγκαταστάσεις & ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις: το σύνολο του γειωμένου μεταλλικού εξοπλισμού που χρησιμοποιείται για τη διανομή ηλεκτρικού ρεύματος σε κάποιον χώρο, δηλ. πίνακες με ρελέ, γραμμές (φωτός, τηλεφώνου, ηλεκτρικών συσκευών), πρίζες, διακόπτες. Βλ. δομημένη καλωδίωση. [< αγγλ. electrical installations], ηλεκτρική αγωγιμότητα: ΗΛΕΚΤΡ. ιδιότητα υλικού σώματος ή στοιχείου να μεταφέρει ηλεκτρικά φορτία, δηλ. να διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα: ~ ~ των μετάλλων/του νερού. Βλ. ηλεκτροπληξία., ηλεκτρική εκκένωση: ΦΥΣ. εκκένωση: συσκευή ~ής ~ης (βλ. ηλεκτροσόκ). Κατεργασία με ~ ~ (βλ. ηλεκτροδιάβρωση). Βλ. βολταϊκό/ηλεκτρικό τόξο, ηλεκτρικός σπινθήρας. [< αγγλ. electric discharge], ηλεκτρική ενέργεια: η ενέργεια των κινούμενων ηλεκτρονίων, δηλ. του ηλεκτρικού ρεύματος: μετατροπή της ~ής ~ας σε κινητική (βλ. κινητήρας)/σε φως. Τρόποι παραγωγής ~ής ~ας (π.χ. καύση λιγνίτη, πετρελαίου, κάρβουνου, πυρηνικά εργοστάσια, ηλιακά ή αιολικά πάρκα, υδροηλεκτρικά φράγματα). Εργοστάσιο ~ής ~ας (= ηλεκτρικό εργοστάσιο). Πβ. ηλεκτρισμός. [< γαλλ. énergie électrique, αγγλ. electric energy], ηλεκτρική καρέκλα: (κυρ. παλαιότ., σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ) κάθισμα με ηλεκτρόδια για εκτέλεση θανατοποινιτών με ηλεκτροπληξία· συνεκδ. η αντίστοιχη θανατική ποινή: Τον εκτέλεσαν/οδήγησαν στην ~ ~.|| (μτφ.) Σε ~ ~ κάθεται ο ... (: κυρ. για πρόσωπα που κατέχουν υψηλά αξιώματα ή για προπονητές ομάδων). [< αμερικ. electric chair, 1883], ηλεκτρική μηχανή : ΤΕΧΝΟΛ. που μετατρέπει τη μηχανική ενέργεια σε ηλεκτρική, δηλ. γεννήτρια ή το αντίστροφο, δηλ. κινητήρας., ηλεκτρικό αυτοκίνητο & όχημα: ΤΕΧΝΟΛ. που κινείται με ηλεκτρική ενέργεια, χρησιμοποιώντας ηλεκτροκινητήρες (επαναφορτιζόμενες μπαταρίες ή ηλιακούς συλλέκτες) αντί για μηχανή εσωτερικής καύσης, με αποτέλεσμα να είναι αθόρυβο και να μην παράγει ρύπους. Βλ. υβριδικό αυτοκίνητο, ηλεκτροκίνηση. [< αγγλ. electric car], ηλεκτρικό οξύ: ΧΗΜ. άχρωμη κρυσταλλική ουσία (C4H6O4), που βρίσκεται σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς και συμμετέχει στον μεταβολισμό: Το ~ ~ χρησιμοποιείται ως πρόσθετο στα τρόφιμα (Ε363). [< γαλλ. acide succinique], ηλεκτρικό πεδίο: ΗΛΕΚΤΡ. ο χώρος που έχει την ιδιότητα να ασκεί δύναμη σε κάθε ηλεκτρικό φορτίο, το οποίο βρίσκεται σε αυτόν, π.χ. γύρω από φορτισμένο αγωγό ή μονωτή, μέσα σε πυκνωτή, καλώδιο ή μπαταρία: ομογενές ~ ~. ~ και μαγνητικό ~ (= ηλεκτρομαγνητικό). Ένταση ~ού ~ου. [< αγγλ. electric field], ηλεκτρικό ρεύμα: ΗΛΕΚΤΡ. ρεύμα. ΣΥΝ. ηλεκτρισμός (2) [< γαλλ. courant électrique, αγγλ. electric current], βολταϊκό/ηλεκτρικό τόξο βλ. τόξο, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά απόβλητα βλ. απόβλητα, ηλεκτρική καταιγίδα βλ. καταιγίδα, ηλεκτρική κουβέρτα βλ. κουβέρτα, ηλεκτρική σκούπα βλ. σκούπα, ηλεκτρική στήλη/ηλεκτρικό στοιχείο βλ. στήλη, ηλεκτρικό δυναμικό βλ. δυναμικό, ηλεκτρικό σοκ βλ. σοκ, ηλεκτρικό φορτίο βλ. φορτίο, ηλεκτρικός σιδηρόδρομος βλ. σιδηρόδρομος, ηλεκτρικός σπινθήρας βλ. σπινθήρας, ηλεκτρονική/ηλεκτρική κλειδαριά βλ. κλειδαριά, ηλεκτρονικό/ηλεκτρικό τσιγάρο βλ. τσιγάρο, κυλιόμενες σκάλες/κλίμακες βλ. κυλιόμενος [< γαλλ. électrique, αγγλ. electric(al), γερμ. elektrisch]
ιόν[ἰόν] ι-όν ουσ. (ουδ.) {ιόντ-ος | -α, -ων, συνήθ. στον πληθ.}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. άτομο ή ομάδα ατόμων που αποκτά αρνητικό ή θετικό φορτίο από την πρόσληψη ή απώλεια ηλεκτρονίων αντίστοιχα: μεταλλικά/μοριακά/νιτρικά/φωσφορικά/χλωριούχα ~α. ~α αργύρου/ασβεστίου/λιθίου/οξυγόνου/σιδήρου/υδρογόνου. Ανταλλαγή/δέσμη/εκπομπή/ζεύγος (: αντίθετα φορτισμένων)/μεταφορά ~ων. Μπαταρία ~ων λιθίου. Βλ. αν~, κατ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μηχανή ιόντων: ΤΕΧΝΟΛ. η οποία μέσω ηλεκτρικών εκκενώσεων παράγει μείγμα θετικά φορτισμένων σωματιδίων και δίνει ώθηση σε πύραυλο., πηγή ιόντων: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ηλεκτρομαγνητική συσκευή ιονισμού μορίων αέρα και εκπομπής τους με τη μορφή δέσμης ακτινοβολίας., συγκέντρωση ιόντων: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. (σε αέριο ή υγρό διάλυμα) ο αριθμός ιόντων ανά μονάδα όγκου. [< αγγλ.-γαλλ. ion < αρχ. ἰόν, μτχ. ενεστ. του ρ. εἶμι ‘πηγαίνω, έρχομαι’]
καταπέλτηςκα-τα-πέλ-της ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) για κάποιον ή κάτι που στρέφεται με έντονα επικριτικό ύφος και έλλειψη επιείκειας εναντίον προσώπου ή κατάστασης, προκαλώντας μεγάλο πλήγμα ή επιβάλλοντας βαρύτατη ποινή: ~ η γνωμοδότηση της επιτροπής/ο εισαγγελέας κατά του κατηγορουμένου. (ως παραθετικό σύνθ.) Απάντηση/απόφαση/έκθεση/πόρισμα-~ (πβ. βόμβα, κόλαφος) κατά των υπευθύνων (πβ. καταδικαστικός). Πραγματικός ~ ήταν/υπήρξε σε δηλώσεις του ο βουλευτής.|| Η είδηση ήρθε σαν ~. Βλ. κεραυνός. 2. ΙΣΤ.-ΤΕΧΝΟΛ. (στην αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα) πολιορκητική μηχανή εκσφενδόνισης βλημάτων, κυρ. πετρών, φλεγόμενων υλικών ή ακοντίων. 3. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλική πόρτα μεγάλων διαστάσεων με μηχανισμό κίνησης ο οποίος επιτρέπει την κατακόρυφη πτώση της με σκοπό την ασφάλιση κάποιου χώρου, συνήθ. πλοίου: πρυμναίος/πρωραίος ~ για την επιβίβαση-αποβίβαση των επιβατών και των οχημάτων (= μπουκαπόρτα). 4. ΤΕΧΝΟΛ. (σε αεροπλανοφόρα) μηχανική διάταξη που παρέχει βοηθητική ώθηση σε αεροσκάφος κατά την απογείωσή του, μέσω εμβόλου ατμού. [< μτγν. καταπέλτης 3: αγγλ. catapult, γαλλ. catapulte]
κινητήραςκι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. κάθε μηχανή που μετατρέπει ενέργεια οποιασδήποτε μορφής σε μηχανική· ιδ. η κινητήρια μηχανή τροχοφόρου οχήματος: αερόψυκτος/ατμοσφαιρικός (: η πίεση εισαγωγής του αέρα που χρησιμοποιείται για την καύση δεν υπερβαίνει την ατμοσφαιρική)/δεκαεξαβάλβιδος/δίχρονος/εμβολοφόρος (βλ. πιστόνι, στρόφαλος)/εξακύλινδρος/εξωλέμβιος/ηλεκτρικός (= ηλεκτρο~)/θερμικός/περιστροφικός/τούρμπο ~. ~ αεροσκάφους (βλ. δικινητήριος)/αυτοκινήτου (βλ. καρμπιρατέρ, κομπρέσορας). ~ ... ίππων (βλ. ιπποδύναμη)/... κυβικών. Εκκίνηση/έλεγχος/λειτουργία του ~α. Αλλαγή ~α. Η απόδοση/ευστροφία/ισχύς/τα καυσαέρια του ~α. Βλάβη/πρόβλημα στον ~α. ~ες αιθανόλης/βενζίνης (= βενζινοκινητήρες)/ντίζελ (= ντιζελο-, πετρελαιο-κινητήρες)/φυσικού αερίου. ~ες ανάφλεξης με συμπίεση. ~ες εναλλασσόμενου/συνεχούς ρεύματος. Ανταλλακτικά/καύσιμα/λάδια/λιπαντικά ~ων. Βλ. αερο~, ανεμο~, μικρο~, πυραυλο~, σερβο~, στροβιλο~, υδρο~, -τήρας. ΣΥΝ. μοτέρ ● ΣΥΜΠΛ.: μηχανή/κινητήρας εσωτερικής καύσης/καύσεως: ΜΗΧΑΝΟΛ. τύπος κινητήρα μέσα στον οποίο συντελείται η ανάφλεξη του καύσιμου υλικού και, στη συνέχεια, η καύση του. Βλ. αβάνς, προθάλαμος, ρελαντί, στροβιλοσυμπιεστής, υπερσυμπίεση, υπερτροφοδότης. [< αγγλ. internal combustion engine] , αριθμός κινητήρα βλ. αριθμός [< πβ. αρχ. κινητήρ ‘αυτός που σείει’, γαλλ. moteur, αγγλ. motor]
κρατικός, ή, ό κρα-τι-κός επίθ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Κ): που σχετίζεται με το κράτος: ~ός: αερολιμένας/εκπρόσωπος/έλεγχος/λειτουργός/οργανισμός/παιδικός σταθμός/παρεμβατισμός/συγκεντρωτισμός/τίτλος (σπουδών)/υπάλληλος/φορέας. ~ή: ανεξαρτησία/Αρχή/ασφάλεια/βοήθεια/γλώσσα/διοίκηση/εκπαίδευση/ενίσχυση/εξουσία/επιχείρηση/επιχορήγηση/μέριμνα/νομοθεσία/οικονομία/περιουσία/πολιτική/προστασία/τηλεόραση/τράπεζα/υπηρεσία/χρηματοδότηση. ~ό: δάνειο/έγγραφο/ίδρυμα/κεφάλαιο/πιστοποιητικό/συμβούλιο. ~ές: δαπάνες. ~ά: αρχεία/έργα/ομόλογα. ~ή Ορχήστρα Αθηνών (ακρ. ΚΟΑ). ~ό Θέατρο. ~ό Λαχείο. ~ό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Γενικό ~ό Νοσοκομείο. ~ή: αναγνώριση πτυχίου.|| ~ά και μη ~ά πανεπιστήμια. Πβ. δημόσιος, κυβερνητικός. Βλ. αντι~, δια~, ημι~, παρα~, υπερ~. ΑΝΤ. ιδιωτικός (1) ● επίρρ.: κρατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ ελεγχόμενος οργανισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κρατικός μηχανισμός/κρατική μηχανή: το σύστημα των κρατικών υπαλλήλων και υπηρεσιών: Σε εγρήγορση/επιφυλακή/ετοιμότητα (βρίσκεται/έχει τεθεί) ο ~ ~ για την κακοκαιρία., δημόσιο/κρατικό χρήμα βλ. χρήμα, κρατικό μυστικό βλ. μυστικό, κρατικός καπιταλισμός βλ. καπιταλισμός, κρατικός/δημόσιος/κοινοτικός προϋπολογισμός βλ. προϋπολογισμός [< γαλλ. étatique, de l΄état, 1918, γερμ. staatlich]
κωπηλατικός, ή, ό κω-πη-λα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κωπηλασία, κυρ. ως άθλημα: ~οί: αγώνες. ~ά: σκάφη (βλ. δίκωπος, καγιάκ, κανό, σκιφ, φουσκωτό). Ιστιοπλοϊκός και ~ Όμιλος. ● ΣΥΜΠΛ.: κωπηλατικό (μηχάνημα/όργανο): ΓΥΜΝ. στο οποίο ο γυμναζόμενος εκτελεί επαναληπτικές κινήσεις, έλκοντας βάρη εμπρός και πίσω, σαν να κωπηλατεί. Βλ. ελλειπτικό (μηχάνημα/όργανο). [< μτγν. κωπηλατικός]
λινοτυπικός, ή, ό λι-νο-τυ-πι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη λινοτυπία. Βλ. μονοτυπικός. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: λινοτυπική μηχανή (παλαιότ.): που παρήγε, με τη χρήση πληκτρολογίου, σειρές ανάγλυφων χαρακτήρων, οι οποίοι, στη συνέχεια, μελανώνονταν, ώστε να αποτυπωθεί το κείμενο στο χαρτί. [< γαλλ. linotype, αγγλ. εμπορ. ονομασ. Linotype]
παιγνιομηχανήματαπαι-γνι-ο-μη-χα-νή-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.} & παιγνιομηχανές: μηχανήματα τυχερών παιχνιδιών: ηλεκτρονικά ~. Βλ. φρουτάκια.
προβολήπρο-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. συστηματική και έντονη παρουσίαση προσώπου, γεγονότος ή πράγματος, με σκοπό να γίνει γνωστό: διαφημιστική/παγκόσμια/τηλεοπτική/τουριστική ~. ~ στο διαδίκτυο. ~ ενός νέου αθλητή/ηθοποιού/πολιτικού/συγγραφέα/τραγουδιστή. ~ του αθλητισμού/βιβλίων/δραστηριοτήτων/έργου/ιστοσελίδας/προϊόντος (πβ. διαφήμιση, προώθηση). Δράσεις/δυνατότητες/εκδηλώσεις/εκστρατεία/στρατηγικές/σχέδια/υλικό/υπηρεσία ~ής. Δημόσιες σχέσεις και εταιρική ~. ~ του φυσικού κάλλους και της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας στο εξωτερικό. Τεράστια ~ (= υπερπροβολή) του θέματος από τα ΜΜΕ. Δεν επιδιώκει την ~ του. Αποβλέπει/αποσκοπεί στην προσωπική ~. Απολαμβάνει/έτυχε ευρείας ~ής. 2. αναπαραγωγή εικόνων ή και ήχων με κατάλληλα οπτικοακουστικά μέσα πάνω σε επιφάνεια ή οθόνη· ειδικότ. παρουσίαση κινηματογραφικής ταινίας και συνεκδ. η ίδια η ταινία: ~ βίντεο/διαφανειών/ντοκιμαντέρ/ρεπορτάζ/τηλεοπτικού σποτ/φιλμ/φωτογραφιών. ~ αγγελιών/λίστας στο διαδίκτυο. Οθόνες/τηλεοράσεις οπίσθιας ~ής. Ειδικές/εκπαιδευτικές/επαναληπτικές/επίσημες/πρώτες/τιμητικές ~ές. Εβδομάδα ~ών.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/εγγράφων/παρουσίασης/σελίδων. Επεξεργασία και ~ των δεδομένων. ~ για εκτύπωση.|| Πήγα στην απογευματινή/βραδινή/μεταμεσονύχτια/νυχτερινή ~ (= παράσταση). Αίθουσα/ώρες ~ής. Το πρόγραμμα ~ών του φεστιβάλ. Έναρξη θερινών/χειμερινών ~ών. Έχουν προγραμματιστεί οι εξής ~ές ... 3. έκφραση, διατύπωση, συνήθ. μιας αντίθεσης: ~ αξιώσεων/απαιτήσεων/δικαιολογιών/ενστάσεων/ισχυρισμών. ~ επιχειρημάτων και διεκδικήσεων.|| Αποφεύγεται η ~ απόψεων με δογματικό τρόπο.|| ~ αντίστασης στην προέλαση του εχθρού. 4. ΨΥΧΑΝ. υποσυνείδητη μεταβίβαση προθέσεων, επιθυμιών, συναισθημάτων, ιδιοτήτων, προβλημάτων από ένα πρόσωπο στο περιβάλλον του· κατ' επέκτ. κάθε απόδοση των χαρακτηριστικών ενός πράγματος σε άλλο. 5. ΓΕΩΜ. απεικόνιση σημείου ή συνόλου σημείων σε μια επιφάνεια με συγκεκριμένη μέθοδο: παράλληλη/πλάγια ~.|| (ΜΑΘ.) ~ διανύσματος (σε διάνυσμα).|| (ΧΑΡΤΟΓΡ.) Χαρτογραφική ~ (: απεικόνιση της γήινης σφαίρας ή τμήματός της σε επίπεδο). 6. ΓΥΜΝ. μετακίνηση του ενός ποδιού, με λυγισμένο γόνατο, προς μία κατεύθυνση, συνήθ. προς τα εμπρός, ενώ το άλλο παραμένει τεντωμένο: (στο ποδόσφαιρο) Έδιωξε την μπάλα με ~ (= τάκλιν). Βλ. προεκβολή. 7. (σπάν.-λόγ.) το να εκτείνεται κάτι προς τα εμπρός, προέκταση: (ΙΑΤΡ.) ~ της κάτω γνάθου (= προγναθισμός). 8. πρόβλεψη, εκτίμηση: δημογραφική ~. ~ στο μέλλον. ● ΣΥΜΠΛ.: ισομετρική προβολή & ισομετρική απεικόνιση/προοπτική: ΓΕΩΜ. τρισδιάστατη γραφική αναπαράσταση στην οποία το επίπεδο σχεδίασης σχηματίζει ίσες γωνίες προς τις τρεις διαστάσεις του αντικειμένου., μηχανή προβολής: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που προβάλλει εικόνες και ήχο πάνω σε επιφάνεια και ειδικότ. η συσκευή που προβάλλει κινηματογραφικές ταινίες: ~ ~ διαφανειών. ΣΥΝ. προβολέας (2), ορθή/ορθογραφική/ορθογώνια/ορθογωνική προβολή: ΜΑΘ. δισδιάστατη προβολή αντικειμένου στην οποία οι προβολικές ακτίνες είναι κάθετες στο επίπεδο προβολής., ταινίες α'/β' προβολής: ΚΙΝΗΜ. που παρουσιάζονται για πρώτη φορά (α') ή επαναπροβάλλονται (β')., στερεογραφική προβολή βλ. στερεογραφικός [< πβ. αρχ. προβολή ‘ώθηση προς τα μπρος, προεξοχή’, γαλλ.-αγγλ. projection]
σούζασού-ζα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ενέργεια, συνήθ. επιδεικτική, κατά την οποία ο οδηγός μοτοσικλέτας ή ποδηλάτου ισορροπεί το όχημα, ενώ κινείται, στον πίσω τροχό: επικίνδυνες ~ες. Ξεκίνησε/τερμάτισε με ~. Κάνουν κόντρες και ~ες. ● ΦΡ.: έχω/κρατάω (κάποιον) σούζα (προφ.): του επιβάλλω τη θέλησή μου, τον κάνω ό,τι θέλω: Τους είχε όλους ~!, κάθομαι/στέκομαι κλαρίνο/σούζα/απίκο βλ. στέκομαι [< ιταλ. suso]
ταμειακός, ή, ό τα-μει-α-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αφορά το ταμείο και κατ' επέκτ. τον οικονομικό προγραμματισμό και τη διαχείριση: ~ή: απόδειξη/κίνηση. ~ό: παραστατικό/πρόβλημα/σύστημα.|| ~ός: απολογισμός/έλεγχος/προϋπολογισμός. ~ή: διευκόλυνση/ενημερότητα/ευχέρεια/κατάσταση (έτους)/πολιτική/ρευστότητα/ροή/στενότητα. ~ό: άνοιγμα/έλλειμμα/διαθέσιμο/πλεόνασμα/υπόλοιπο. ~ές: δυσχέρειες. Bλ. ταμιακός. ● επίρρ.: ταμειακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ταμειακή μηχανή & (προφ.) ταμειακή: μηχάνημα που εκδίδει αποδείξεις για τις εμπορικές συναλλαγές: ηλεκτρονική/θερμική/φορολογική ~ ~. Απόκομμα/χαρτοταινία ~ής ~ής., Αυτόματη Ταμειολογιστική/Ταμειακή Μηχανή βλ. μηχανή ● ΦΡ.: ταμειακώς/ταμειακά εντάξει βλ. εντάξει [< μτγν. ταμ(ε)ιακός]
υπολογιστικός, ή, ό [ὑπολογιστικός] υ-πο-λο-γι-στι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στον υπολογισμό ή τον ηλεκτρονικό υπολογιστή: ~ός: χρόνος. ~ή: ικανότητα. ~ό: μοντέλο. ~οί: πίνακες. (επιστ.) ~ή: άλγεβρα/βιολογία/μηχανική/στατιστική/υδραυλική/φυσική/χημεία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: εξοπλισμός. ~ή: νοημοσύνη/πολυπλοκότητα/προσομοίωση. ~ό: δίκτυο/κέντρο/κόστος (: χρόνος επεξεργασίας σε Η/Υ)/πλέγµα. ~οί: πόροι. ~ά: συστήματα. Βλ. μικροϋπολογιστ-, προϋπολογιστ-ικός. 2. που αποβλέπει στο προσωπικό συμφέρον, υστερόβουλος: ~ός: νους. Πβ. συμφεροντολογ-, ωφελιμιστ-ικός. ● επίρρ.: υπολογιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: υπολογιστική επιστήμη: ΜΑΘ. -ΠΛΗΡΟΦ. αυτή που περιλαμβάνει τη μαθηματική μοντελοποίηση φαινομένων, τις αριθμητικές μεθόδους για επιστημονικούς υπολογισμούς και την επιστημονική οπτικοποίηση: ~ ~ των υλικών. [< αγγλ. computational science] , υπολογιστική μηχανή (επιστ.): συσκευή αυτόματης εκτέλεσης αριθμητικών πράξεων. Πβ. αριθμομηχανή, κομπιουτεράκι. [< αγγλ. calculating machine] , υπολογιστικό νέφος: ΠΛΗΡΟΦ. διαδικτυακή κεντρική διάθεση υπολογιστικών πόρων. Βλ. ιμέιλ, μέσα κοινωνικής δικτύωσης. [< αμερικ. cloud computing, 1996] , αξονική/υπολογιστική τομογραφία βλ. τομογραφία, υπολογιστική γλωσσολογία βλ. γλωσσολογία, υπολογιστική όραση βλ. όραση, υπολογιστικό/λογιστικό φύλλο βλ. φύλλο [< 2: γαλλ. calculateur]
φουλάρωφου-λά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φούλαρ-α κ. φουλάρ-ισα, -οντας, -ισμένος} (προφ.) 1. γεμίζω: ~ το αμάξι/ντεπόζιτο/ρεζερβουάρ (με βενζίνη).|| Το μαγαζί ~ε, δεν πέφτει ούτε καρφίτσα. Φορτίζω το κινητό, μέχρι να ~ει. Πβ. καργάρω, τιγκάρω, φισκάρω. 2. αναπτύσσω μεγάλη ταχύτητα· κατ' επέκτ. προσπαθώ εντατικά, με όλες μου τις δυνάμεις: Το μηχανάκι ερχόταν ~ισμένο (= φουλαριστό).|| (μτφ.) Θα πρέπει να ~ει (= να τα δώσει όλα), αν θέλει να τα καταφέρει. Πβ. γκαζώνω. ● ΦΡ.: φουλάρω τις μηχανές 1. (μτφ.) εντείνω στον μέγιστο βαθμό τις προσπάθειές μου: Το κόμμα ~ει ~ ενόψει των εκλογών. 2. (κυρ. για σκάφος) επιταχύνω: Το ταχύπλοο ~ε ~.
φωτογραφικός, ή, ό φω-το-γρα-φι-κός επίθ. 1. ΦΩΤΟΓΡ. που σχετίζεται με τη φωτογραφία: ~ός: διαγωνισμός/εκτυπωτής (: κατάλληλος για εκτύπωση φωτογραφιών)/εξοπλισμός/οδηγός/φακός. ~ή: απεικόνιση/εικόνα/εμπειρία/εταιρεία/λέσχη/μέθοδος/ομάδα/ποιότητα/συλλογή/τέχνη. ~ό: άλμπουμ/αφιέρωμα/εργαστήριο/κατάστημα (πβ. φωτογραφείο)/κέντρο/κολάζ (= φωτοκολάζ)/λεύκωμα/μοντάζ (= φωτομοντάζ)/μουσείο/οδοιπορικό/πανόραμα (μιας πόλης)/περιοδικό/πορτρέτο/στούντιο/υλικό/φιλμ/χαρτί. ~ές: δημιουργίες/λήψεις/πλάκες. ~ά: αξεσουάρ/είδη/ντοκουμέντα/στιγμιότυπα/φίλτρα. Κινηματογραφικός και ~ τομέας. Έκθεση/παρουσίαση ~ού αρχείου/υλικού (πβ. φωτοθήκη). 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από πιστότητα, ακρίβεια: Έχει ~ή μνήμη. Οι πίνακές του είναι σχεδόν ~οί. 3. (μτφ.) που αφορά συγκεκριμένο πρόσωπο, χωρίς να αναφέρεται σε αυτό ονομαστικά: ~ή: διάταξη (νόμου)/θέση (σε υπηρεσία)/προκήρυξη/τροπολογία. ● επίρρ.: φωτογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φωτογραφική μηχανή & (προφ.) φωτογραφική: φορητή συσκευή που χρησιμοποιείται για τη λήψη φωτογραφιών: αναλογική/ενσωματωμένη/συλλεκτική/ ~ ~ μιας χρήσης., ψηφιακή φωτογραφική μηχανή & ψηφιακή κάμερα: συσκευή καταγραφής εικόνων με ηλεκτρονικό τρόπο. [< αγγλ. digital camera, 1976] [< γαλλ. photographique, αγγλ. photographic]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ