αμιγής, ής, ές [ἀμιγής] α-μι-γής επίθ. {αμιγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει αναμειχθεί με ξένα, αλλότρια στοιχεία: ~ής: πληθυσμός. ~ής: επιχείρηση/ομάδα/ουσία. ~ές: περιβάλλον/τμήμα. ~ή: σχολεία. Πβ. ακραιφνής, ανόθευτος, καθαρός. ΑΝΤ. μικτός (1), συμμιγής ● επίρρ.: αμιγώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αμιγές δάσος βλ. δάσος ● ΦΡ.: ουδέν κακόν αμιγές καλού (παροιμ.): κάθε δυσάρεστη κατάσταση έχει και θετικές πλευρές: Δεν πήγα διακοπές, αλλά διάβασα και πέρασα τα μαθήματα: ~ ~. [< αρχ. ἀμιγής]
απόβαρο[ἀπόβαρο] α-πό-βα-ρο ουσ. (ουδ.): (συνήθ. για εμπόρευμα) η διαφορά μεταξύ ολικού (μικτού) και πραγματικού (καθαρού) βάρους: ~ συσκευασίας.|| (για φορτηγό όχημα:) Ελάχιστο/μέγιστο ~. Βλ. ωφέλιμο φορτίο/βάρος. ΣΥΝ. τάρα [< γαλλ. tare]
γάμοςγά-μος ουσ. (αρσ.) 1. νόμιμη ένωση συνήθ. ενός άντρα και μιας γυναίκας, που αναγνωρίζονται επίσημα ως σύζυγοι με θρησκευτική ή πολιτική τελετή και συνεκδ. η αντίστοιχη τελετή και ο ακόλουθος εορτασμός: ανοιχτός (: με πολλούς προσκεκλημένους, ΑΝΤ. κλειστός)/βασιλικός/λαμπερός/παραδοσιακός/πλούσιος/χλιδάτος ~. Πρώτος/δεύτερος/τρίτος ~. ~ συμφέροντος. ~ από έρωτα/συνοικέσιο. Κοινοί ~οι (: που τελούνται ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο). ~ (μεταξύ) γκέι/λεσβιών/ομοφύλων. (Αν)αγγελία/βίντεο/γνωριμία/δεξίωση/δήλωση (: στο ληξιαρχείο)/δώρο/έθιμα/είδη (: νυφικά, στέφανα, λαμπάδες, μπομπονιέρες)/επέτειος/οργάνωση/πιστοποιητικό/(ληξιαρχική) πράξη/προσκλητήριο/τέλεση/τραγούδι/τραπέζι (= γλέντι)/φωτογραφίες ~ου. Είναι/βρίσκεται/έφτασε σε ηλικία ~ου. Ανακοινώνω/εμποδίζω/ευλογώ/τελώ τον ~ο. Συνάπτω ~ο. Βγάζω τις άδειες του ~ου.|| (ΝΟΜ.) Άκυρος/ανυπόστατος ~. (Δικαστική) λύση ~ου (βλ. διαζύγιο). Επίδομα ~ου. Πβ. παντρειά, πάντρεμα. Βλ. στεφάνι. 2. (συνεκδ.) έγγαμος βίος, συμβίωση συζύγων: αποτυχημένος/αταίριαστος/άτυχος/διαλυμένος/επιτυχημένος ~. Σώζω τον ~ο μου. Ατύχησε/ευτύχησε στον ~ο του. Ο ~ τους κράτησε παρά τις αντιξοότητες. H πρώτη νύχτα του ~ου. 3. ΘΕΟΛ. ένα από τα επτά μυστήρια της χριστιανικής θρησκείας, με το οποίο ευλογείται η ένωση άντρα και γυναίκας, με σκοπό την πνευματική και ηθική τους τελείωση και τη γέννηση τέκνων. 4. (μτφ.) ένωση ή συνεργασία διαφορετικών ή αντίθετων πλευρών, εταιρειών: ~ (δύο) εκδοτικών οίκων. ● ΣΥΜΠΛ.: αναγκαστικός γάμος 1. που επιβάλλεται από το οικογενειακό και το κοινωνικό περιβάλλον ή λόγω ειδικών συνθηκών (συνήθ. ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης). 2. (μτφ.) συνεργασία, συμφωνία που επιβάλλεται από κάποιες καταστάσεις: ~ ~ των επιχειρήσεων., αργυροί/χρυσοί/αδαμάντινοι γάμοι: επέτειος των 25, 50 και 60 (ή 75) χρόνων έγγαμης συμβίωσης, αντίστοιχα. Βλ. ιωβηλαίο. [< γαλλ. noces d'argent/d'or/de diamant] , θρησκευτικός γάμος: που γίνεται σύμφωνα με τον τρόπο που υπαγορεύει η θρησκεία του ζευγαριού. [< γαλλ. mariage religieux] , λευκός/εικονικός γάμος: ΝΟΜ. που γίνεται συμβατικά, για λόγους σκοπιμότητας. [< γαλλ. mariage blanc] , μικτός γάμος: που πραγματοποιείται μεταξύ ετερόθρησκων ή ετερόδοξων. [< γαλλ. mariage mixte] , πολιτικός γάμος: που τελείται (1982 κ. ε.) από εκπρόσωπο δημοτικής ή άλλης πολιτικής Αρχής, συνήθ. στο δημαρχείο. [< γαλλ. mariage civil] , λίστα γάμου βλ. λίστα, πρόταση (γάμου) βλ. πρόταση ● ΦΡ.: εκτός γάμου: έξω από τα πλαίσια της έγγαμης ζωής: σχέσεις ~ ~ (= εξωσυζυγικές). Παιδιά που γεννήθηκαν ~ ~. Πβ. εξώγαμος., εντός γάμου: που προκύπτει ή λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσης: τέκνα γεννημένα ~ ~., έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν) (επίσ.): παντρεύομαι., όλα του γάμου δύσκολα (κι η νύφη γκαστρωμένη) (παροιμ.): όταν υπάρχουν πολλές δυσκολίες, για να γίνει κάτι ή όταν εμφανίζεται ένα (νέο) πρόβλημα σε μια ήδη δύσκολη κατάσταση., όπου γάμος και χαρά (κι) η Βασίλω πρώτη: για πρόσωπο που παρευρίσκεται σε πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις, συχνά για να προβληθεί., πάρ' τον στον γάμο σου να σου πει «και του χρόνου» (παροιμ.): όταν κάποιος λέει κάτι, συνήθ. αρνητικό, που δεν ταιριάζει σε συγκεκριμένη περίσταση., τα (ιερά) δεσμά του γάμου (επίσ.): ο γάμος: Ενώθηκαν με ~ ~ ενώπιον Θεού και ανθρώπων., (ο) γάμος του καραγκιόζη βλ. καραγκιόζης, ζητώ (σε γάμο) βλ. ζητώ, θα αφήσουμε/σιγά μην αφήσουμε τον γάμο να πάμε για πουρνάρια βλ. αφήνω, στον γάμο του καραγκιόζη βλ. καραγκιόζης, του Κουτρούλη ο γάμος/το πανηγύρι βλ. Κουτρούλης [< αρχ. γάμος]
δάσοςδά-σος ουσ. (ουδ.) {δάσ-ους | -η, -ών} 1. εκτεταμένη περιοχή που καλύπτεται κυρ. από άγρια δέντρα· συνεκδ. το σύνολο αυτών των δέντρων: αιωνόβιο/απολιθωμένο/μαύρο/ορεινό/περιαστικό/τεχνητό/φυσικό ~. Καμένα ~η. ~ από έλατα/κυπαρίσσια/βελανιδιές/πεύκα (βλ. ελατό-, κυπαρισσό-δασος, δρυο-, πευκο-δάσος). Φρούτα του ~ους (βλ. αγριοφράουλα, βατόμουρο, μύρτιλλο, φραγκοστάφυλο, φραμπουάζ). Η πανίδα/χλωρίδα του ~ους. Αποψίλωση του ~ους. Διαδρομές/περίπατος στο ~. ~η κωνοφόρων/φυλλοβόλων. Διαχείριση ~ών (βλ. δασο-κομία, -πονία). Πβ. δασικό οικοσύστημα, δρυμός. Βλ. άλσος, πάρκο. Βλ. -δασος.|| ~η της θάλασσας (πβ. ποσειδωνία). 2. (κατ' επέκτ.) έκταση με καλλιεργούμενα, πυκνοφυτεμένα δέντρα ή γενικότ. πυκνή βλάστηση: ~ από ελιές/φοίνικες. Βλ. -ώνας. 3. (μτφ.) πλήθος από κατακόρυφα αντικείμενα σε πυκνή διάταξη: ~ από κεραίες/πολυκατοικίες. ● Υποκ.: δασάκι (το): ΣΥΝ. δασύλλιο ● ΣΥΜΠΛ.: αμιγές δάσος: που αποτελείται από ένα είδος δέντρου: ~ ~ καστανιάς., μικτό δάσος: που περιλαμβάνει διαφορετικά είδη δέντρων: ~ ~ οξιάς και μαύρης πεύκης., παρθένο δάσος: που δημιουργείται, αναπτύσσεται και αναγεννιέται χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση., τροπικό δάσος: ΒΙΟΓΕΩΓΡ. που αναπτύσσεται στην τροπική ζώνη: τα ~ά ~η του Αμαζονίου/της Αφρικής. Αρκτικά, εύκρατα και ~ά ~η. Βλ. διάπλαση, σαβάνα, στέπα, τάιγκα, τούνδρα., αισθητικό δάσος βλ. αισθητικός, δάσος βροχής βλ. βροχή ● ΦΡ.: βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος βλ. δέντρο [< αρχ. δάσος, γαλλ. forêt, αγγλ. forest]
κέρδοςκέρ-δος ουσ. (ουδ.) {κέρδ-ους | -η, -ών} 1. ΟΙΚΟΝ. το χρηματικό πλεόνασμα που προκύπτει από κάποια οικονομική δραστηριότητα: αναμενόμενο/ελάχιστο/επιχειρηματικό/ευκαιριακό/εύκολο/θεμιτό/λογιστικό/μέγιστο/νόμιμο/οικονομικό/οργανικό/παράνομο/προσδοκώμενο/σίγουρο/σταθερό/υψηλό/φορολογητέο ~. ~ από αγοραπωλησία/τόκους. Δείκτης/δυνατότητα/επιδίωξη/επίτευξη/μερίδιο/πηγή ~ους. Το κυνήγι του ~ους. Απολεσθέντα ~η. ~η προ φόρου. Άνοδος/αύξηση/διανομή/μείωση/πτώση (των) ~ών. Στενεύουν τα περιθώρια ~ους. Βγάζουν/αποκομίζουν ~. Αποβλέπει στο ~. Τα ~η ανήλθαν σε ... ευρώ. Επένδυση που αποφέρει/δίνει/φέρνει πολλά ~η (: είναι κερδοφόρα). Σημαντικά ~η καταγράφει το χρηματιστήριο (ΑΝΤ. απώλειες). Πβ. απόδοση. Βλ. τζίρος, υπερ~. ΑΝΤ. ζημιά (2), χασούρα 2. (κατ' επέκτ.) κάθε είδους όφελος: ηθικό/κοινωνικό ~ (πβ. ωφέλεια). ~ χρόνου. Το καθαρό περιβάλλον αποτελεί ~ για την κοινωνία.|| (ΑΘΛ.) Βαθμολογικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: (μη) διανεμηθέντα κέρδη: ΟΙΚΟΝ. το μέρος του καθαρού κέρδους που (δεν) έχει μοιραστεί στους δικαιούχους: ~ ~ από επενδύσεις., διαφυγόντα κέρδη: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που χάνονται λόγω σφάλματος ή ενέργειας τρίτου, οπότε μπορεί να απαιτηθεί αποζημίωση., καθαρό κέρδος: ΟΙΚΟΝ. τα πραγματικά έσοδα επιχείρησης ή προσώπου, από τα οποία έχουν αφαιρεθεί το κόστος παραγωγής και τα έξοδα (πωλήσεων, διοίκησης): ~ ~ χρήσεως. Περιθώριο/συντελεστής ~ού ~ους. [< αγγλ. net profit], λειτουργικό κέρδος: ΟΙΚΟΝ. που προέρχεται από την κύρια δραστηριότητα επιχείρησης, από το οποίο δεν έχουν αφαιρεθεί φόροι, τόκοι και αποσβέσεις. [< αγγλ. operating profit], μεγιστοποίηση του κέρδους/των κερδών: ΟΙΚΟΝ. συστηματική προσπάθεια κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου να αποκτήσει το μεγαλύτερο δυνατό οικονομικό όφελος, καταβάλλοντας το μικρότερο δυνατό κόστος· το ίδιο το όφελος που αποκομίζεται. [< αγγλ. profit maximization], μικτό/ακαθάριστο κέρδος: ΟΙΚΟΝ. από το οποίο δεν έχουν αφαιρεθεί οι δαπάνες: μέσο/συνολικό/τυπικό ~ ~. ~ ~ εταιρείας/καταστήματος. [< αγγλ. gross profit] ● ΦΡ.: συμμετοχή (στα κέρδη) βλ. συμμετοχή [< αρχ. κέρδος]
μισθόςμι-σθός ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) μιστός: το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε εργαζόμενο ως αμοιβή για την εργασία του: ετήσιος/ημερήσιος/ικανοποιητικός/κατώτατος/μηνιαίος/νόμιμος/πενιχρός/πρώτος/σταθερός/συμβατικός (: που καθορίζεται από τη σύμβαση εργασίας)/συντάξιμος ~. Βασικός ~ (: χωρίς επιδόματα και προσαυξήσεις). Καθαρός ~ (: χωρίς κρατήσεις). Ο δέκατος τρίτος ~ (= το δώρο των Χριστουγέννων). ~ βουλευτή/δημοσίου υπαλλήλου. Υπάλληλος με υψηλό/χαμηλό ~ό (πβ. υψηλό-, χαμηλό-μισθος). ~οί και συντάξεις. Αναπροσαρμογή/διαμόρφωση/μείωση/όρια/πάγωμα/περικοπή/πίνακας/συγκράτηση ~ών. Δικαιούμαι/εισπράττω/παίρνω ~ό. Οι εργαζόμενοι ζητούν αυξήσεις ~ών. ΣΥΝ. αποδοχές, απολαβές ● Υποκ.: μισθουλάκος & μισθουλάκι ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικός/έμμεσος μισθός: το σύνολο των κοινωνικών παροχών και επιδομάτων που χορηγούνται ανεξάρτητα από τον μισθό του εργαζομένου (π.χ. ασφάλιση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εκπαίδευση)., μικτός/ακαθάριστος μισθός: ΟΙΚΟΝ. από τον οποίο δεν έχει παρακρατηθεί φόρος ή άλλη εισφορά: μέσος/ωριαίος ~ ~. Αύξηση/φόρος ~ου ~ού., μισθός πείνας (προφ.): πάρα πολύ χαμηλός, που δεν εξασφαλίζει στοιχειωδώς αξιοπρεπή διαβίωση., ονομαστικός μισθός: ΟΙΚΟΝ. που συμπεριλαμβάνει και τις κρατήσεις: μηνιαίος ελάχιστος ~ ~., πραγματικός μισθός: ΟΙΚΟΝ. τα αγαθά και οι υπηρεσίες που μπορεί να αγοράσει ο εργαζόμενος με τις αποδοχές του, η αγοραστική δύναμη του μισθού. ● ΦΡ.: άξιος ο μισθός (κάποιου) (συνήθ. ως επιφών.-ειρων.): του αξίζει η ανταμοιβή, η επιβράβευση: Σε καλή μεριά! ~ ~ σου!, κόβω μισθό σε κάποιον (προφ.): χορηγώ, καταβάλλω μισθό. [< αρχ. μισθός, γαλλ. salaire]
οικονομία[οἰκονομία] οι-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) {οικονομιών} 1. ΟΙΚΟΝ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ο) το σύστημα παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης υλικών αγαθών και υπηρεσιών μιας κοινωνίας, η οικονομική κατάσταση και δραστηριότητα κράτους ή περιοχής καθώς και η βέλτιστη κατανομή πόρων· γενικότ. κάθε οικονομικό σύστημα: ανταγωνιστική/βιομηχανική/βιώσιμη/γεωργική/δημόσια (ή κρατική)/δικτυακή/δυναμική/εθνική/ενεργειακή/ευρωπαϊκή (/κοινοτική)/εύρωστη/ισχυρή/ναυτιλιακή/παγκόσμια/παράνομη (= παρα~)/πραγματική (ΑΝΤ. εικονική)/πράσινη/τοπική/τουριστική/υγιής/φτωχή ~. Η ~ της αγοράς. Αναθέρμανση/ανάκαμψη/δείκτες/διάρθρωση/θωράκιση/συρρίκνωση/σχεδιασμός/ύφεση της ~ας. Νόμπελ ~ας. Αναδυόμενες/αναπτυγμένες/αναπτυσσόμενες/περιφερειακές/υπανάπτυκτες ~ες. ~ες του πλανήτη/υπό μετάβαση. Η πορεία της ~ας. Προώθηση του εμπορίου και άνοιγμα της ~ας. Μέτρα ενίσχυσης/στήριξης/τόνωσης της ~ας. Επιβραδύνθηκε/επιταχύνθηκε ο ρυθμός ανάπτυξης της ~ας της ευρωζώνης στο ... τρίμηνο του έτους ... Διεθνείς ~ες και Χρηματιστήριο. 2. (κατ' επέκτ.) η οικονομική επιστήμη, τα τμήματα διδασκαλίας της και το αντίστοιχο μάθημα· το σύνολο των σχολών και των δογμάτων της οικονομικής σκέψης: Σπουδές στην ~. Σχολή ~ας και Διοίκησης. Πβ. (χρηματο)οικονομικά, οικονομολογία. Βλ. μακρο~, μικρο~, νευρο~.|| (ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ.) Καπιταλιστική/κλασική/μαρξιστική/σοσιαλιστική ~. Βλ. -νομία. 3. περιορισμός εξόδων, αποφυγή σπατάλης και γενικότ. συνετή διαχείριση, χρήση ή δραστηριότητα με στόχο το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα: σκληρή ~ (= λιτότητα). ~ στο ηλεκτρικό/στα καύσιμα/στο νερό/στο χαρτί/στα χρήματα. ~ στην κατανάλωση ενέργειας. Κάνει ~, για να πάει διακοπές. (ΤΕΧΝΟΛ.) Λάμπα ~ας (= εξοικονόμησης ενέργειας).|| (μτφ.) ~ γλώσσας/δυνάμεων/λόγου/χρόνου/χώρου. Πβ. φειδώ. Βλ. εξοικονόμηση. 4. διάταξη και κατανομή των επιμέρους διαφορετικών στοιχείων ενός καλλιτεχνικού συνήθ. έργου με στόχο τη δημιουργία οργανωμένου, λειτουργικού συνόλου: αφηγηματική/θεατρική/σκηνική ~. Παράκαμψη δευτερευόντων ζητημάτων για λόγους ~ας του κειμένου. Βλ. προ~. ● οικονομίες (οι): αποταμιευμένο απόθεμα χρημάτων: αιματηρές ~. Χρόνια έκανε ~. Έχω μερικές ~ στην άκρη/στην τράπεζα. Χάθηκαν οι ~ μιας ζωής. [< αγγλ. savings] ● ΣΥΜΠΛ.: ελεγχόμενη οικονομία (κυρ. παλαιότ.): στην οποία το κράτος παρεμβαίνει και κατευθύνει την οικονομική δραστηριότητα: κεντρικά ~ ~. Η μετάβαση από την αυστηρά ~ ~ στην οικονομία της αγοράς. [< αγγλ. managed economy, 1969] , ελεύθερη οικονομία & οικονομία της (ελεύθερης) αγοράς: κατά την οποία ελαχιστοποιείται ο κρατικός παρεμβατισμός και επιτρέπεται η ελεύθερη σχετικά δράση της ιδιωτικής επιχείρησης, ο ανταγωνισμός και η ελεύθερη αγορά, ενώ αναγνωρίζεται η ιδιοκτησία: ανάπτυξη/αρχές/καθεστώς/σύστημα της ~ης ~ας. Ανοικτή και ~ ~. Η οικονομία της αγοράς διέπεται από το νόμο της προσφοράς και της ζ΄ητησης. Βλ. ελεύθερος ανταγωνισμός, καπιταλ-, φιλελευθερ-ισμός. [< αγγλ. free economy, 1946, free-market economy, 1947, market economy, 1918] , θεία οικονομία: ΘΕΟΛ. το θείο σχέδιο για την σωτηρία του κόσμου: Η ~ ~ εκφράζεται μέσα από το μυστήριο της ενανθρώπησης του Υιού και Λόγου του Θεού. Πβ. θεία πρόνοια., κοινωνική οικονομία & (κοινωνική) αλληλέγγυα οικονομία & οικονομία της αλληλεγγύης: ΟΙΚΟΝ.-ΟΙΚΟΛ. τομέας της οικονομίας στον οποίο δραστηριοποιούνται επιχειρήσεις, φορείς και οργανισμοί με στόχο την κοινωνική και οικονομική ένταξη των ευπαθών ομάδων, την καταπολέμηση της ανεργίας, την προώθηση της τοπικής ανάπτυξης και των εναλλακτικών μορφών επιχειρηματικότητας: Ανάπτυξη/προγράμματα της ~ής ~ας., κρυφή οικονομία 1. ΟΙΚΟΝ. τομέας της οικονομίας που περιλαμβάνει συναλλαγές οι οποίες (παρανόμως) δεν δηλώνονται στην Εφορία και δεν λαμβάνονται υπόψη στις επίσημες στατιστικές: Η ~ ~ αφορά πολλές επιχειρηματικές δραστηριότητες. 2. (σπάν.) οικονομία ή αποταμίευση που δεν είναι άμεσα εμφανής. [< αγγλ. hidden economy, 1930] , κυκλική οικονομία & πράσινη οικονομία: (ως πράσινο μοντέλο ανάπτυξης) παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών με ελαχιστοποίηση των αποβλήτων σε όλα τα στάδια παραγωγής. ΑΝΤ. γραμμική οικονομία. [< αγγλ. circular/green economy] , μικτή οικονομία: οικονομικό σύστημα στο οποίο ο δημόσιος τομέας συνυπάρχει με τον ιδιωτικό, κυρ. στον κλάδο των επιχειρήσεων., νέα/ψηφιακή οικονομία: που βασίζεται στον παγκόσμιο ιστό· το σύνολο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που υλοποιούνται με βάση την αμφίδρομη ψηφιακή επικοινωνία· το αντίστοιχο διδασκόμενο μάθημα: ~ ~ της γνώσης και της πληροφορίας. ~ ~ και παγκοσμιοποίηση. Βλ. ηλεκτρονικό επιχειρείν. [< αγγλ. new/digital economy] , περιβαλλοντική οικονομία & οικονομία του περιβάλλοντος: κλάδος της οικονομικής επιστήμης που εστιάζει κυρίως σε περιβαλλοντικά θέματα. Βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας. [< αγγλ. environmental economics] , αγροτική οικονομία βλ. αγροτικός, ανοιχτή οικονομία βλ. ανοιχτός, γραμμική οικονομία βλ. γραμμικός, ιδιωτική οικονομία βλ. ιδιωτικός, κλειστή αγροτική οικονομία βλ. κλειστός, κλειστή οικονομία βλ. κλειστός, οικιακή οικονομία βλ. οικιακός, οικονομίες κλίμακας βλ. κλίμακα, πολιτική οικονομία βλ. πολιτικός, υπερθέρμανση της οικονομίας βλ. υπερθέρμανση ● ΦΡ.: κατ' οικονομία(ν) (λόγ.): με σχέδιο και συγκεκριμένο στόχο: ~ ~ διευθέτηση/λύση.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ ~ Θεού. Πβ. κατ' ανάγκη(ν)/εξ ανάγκης. [< 1: μτγν. οἰκονομία, γαλλ. économie, αγγλ. economy 3: αρχ. οἰκονομία 4: μτγν. ~]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ