Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μισιονάριος μι-σι-ο-νά-ρι-ος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ιεραπόστολος της Ρωμαιοκαθολικής ή της Προτεσταντικής Εκκλησίας. [< ιταλ. missionario]