Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • μισογεμάτος , η, ο [μισογεμᾶτος] μι-σο-γε-μά-τος επίθ.: που είναι γεμάτος ως τη μέση ή που δεν είναι εντελώς γεμάτος: ~ο: δοχείο/γήπεδο. Πβ. μισοάδειος. ● ΦΡ.: βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο/το ποτήρι είναι μισογεμάτο (μτφ.): είμαι αισιόδοξος, βλέπω τα πράγματα από τη θετική τους πλευρά.