Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • μισολιπόθυμος , η, ο μι-σο-λι-πό-θυ-μος επίθ. (προφ.): ημιλιπόθυμος.